Ancient Greek-English Dictionary Language

πρακτέος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πρακτέος πρακτέᾱ πρακτέον

Structure: πρακτε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pra/ssw의 분사형

Sense

  1. to be done
  2. one must do

Examples

  • Μὴ πολυπραγμονῶμεν, ὅτε ἄμεινον ἐκεῖνοσ οἶδε τὰ πρακτέα. (Lucian, Dialogi Marini, notus and zephuros, chapter 2 1:2)
  • ὥστε ὡρ́α σκοπεῖν ὅ τι καὶ πρακτέον ἢ ὅπωσ αὐτοὺσ μετελευστέον. (Lucian, Fugitivi, (no name) 22:2)
  • συνεληλύθατε γὰρ ὡσ δέον ὑμᾶσ ἐξ ἁπάντων τῶν ῥηθέντων ἐκλέξασθαι τὸ βέλτιστον, ὥσπερ δ’ ἤδη σαφῶσ εἰδότεσ ὃ πρακτέον ἐστὶν οὐ θέλετε ἀκούειν πλὴν τῶν πρὸσ ἡδονὴν δημηγορούντων. (Dionysius of Halicarnassus, De Isocrate, chapter 16 3:1)
  • τὰ δὲ ἄλλα ὡσαύτωσ παραφυλάσσειν, ὅσα ἐπὶ ταῖσ θηλείαισ ἤδη μοι λέλεκται ὅπωσ πρακτέον. (Arrian, Cynegeticus, chapter 26 3:1)
  • παρασιτική ἐστιν τέχνη ποτέων καὶ βρωτέων καὶ τῶν διὰ ταῦτα λεκτέων καὶ πρακτέων,^ τέλοσ δὲ αὐτῆσ τὸ ἡδύ. (Lucian, De parasito sive artem esse parasiticam, (no name) 9:5)

Synonyms

  1. to be done

  2. one must do

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION