- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐθιστέος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: ethisteos

Principal Part: ἐθιστέος ἐθιστέον

Structure: ἐθιστε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ἐθίζω의 분사형

Sense

  1. one must accustom

Examples

  • ἐθιστέον οὖν τὸ σῶμα δι εὐτελείας πρὸς εὐκολίαν αὔταρκες ἑαυτῷ γιγνόμενον: (Plutarch, De cohibenda ira, section 13 6:1)
  • ἐθιστέον δὲ καὶ σκεύεσιν εὐκόλως ὁμιλεῖν ἅπασι καὶ μὴ τῷδε μᾶλλον ἢ τῷδε χρῆσθαι: (Plutarch, De cohibenda ira, section 13 13:1)
  • ἐθιστέον οὖν τὸ σῶμα δι εὐτελείας πρὸς εὐκολίαν αὔταρκες ἑαυτῷ γινόμενον: (Plutarch, De cohibenda ira, section 13 2:1)
  • ἐθιστέον δὲ καὶ σκεύεσιν εὐκόλως ὁμιλεῖν ἅπασι καὶ μὴ τῷδε μᾶλλον ἢ τῷδε χρῆσθαι: (Plutarch, De cohibenda ira, section 13 4:2)
  • ὅταν δὲ φαίνηται τῷ ὄντι βουλόμενος μαθεῖν, ἐθιστέον ἐφιστάναι καὶ ποιεῖν τι διάλειμμα μεταξὺ τῆς ἐρωτήσεως καὶ τῆς ἀποκρίσεως, ἐν ᾧ προσθεῖναι μὲν ὁ ἐρωτῶν, εἴ τι βούλεται, δύναται, σκέψασθαι δ αὐτὸς περὶ ὧν ἀποκρινεῖται, καὶ μὴ κατατρέχειν μηδὲ καταχωννύναι τὴν ἐρώτησιν, ἔτι πυνθανομένοις πολλάκις ὑπὸ σπουδῆς ἄλλας ἀντ ἄλλων ἀποκρίσεις διδόντα. (Plutarch, De garrulitate, section 20 1:1)

Synonyms

  1. one must accustom

Related

명사

형용사

동사

부사

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION