Ancient Greek-English Dictionary Language

παροπτέος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: παροπτέος παροπτέᾱ παροπτέον

Structure: παροπτε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: paro/yomai

Sense

  1. to be overlooked
  2. one must overlook

Examples

  • καὶ μὴν οὐ παροπτέοσ ἁνὴρ οὐδὲ ἀμελητέοσ· (Lucian, Timon, (no name) 9:1)
  • λευκῷ τοίνυν κατὰ τὴν παροιμίαν ἐοίκε κόρακι μήτ’ αὐτοῖσ τοῖσ κόραξιν ἀναμιχθῆναι δυναμένῳ διὰ τὴν χρόαν μήτε ταῖσ περιστεραῖσ διὰ τὸ μέγεθοσ, ἀλλ’ οὔτι που τούτου γ’ ἕνεκα παροπτέοσ· (Galen, On the Natural Faculties., , section 1727)
  • οὐ γὰρ δή τινεσ ὑμῶν οὕτωσ ἔχουσιν, ὡσ προσῆκον μὲν ταῦθ’ οὕτωσ ἔχειν ὡσ ἐγὼ λέγω, διὰ δὲ τὴν ἐπιείκειαν τὴν Ἀριστογείτονοσ καὶ τὸ χρήσιμον αὐτὸν ὑμῖν εἶναι παροπτέον τι καὶ παρανομοῦντ’ αὐτόν. (Demosthenes, Speeches 21-30, 18:1)
  • καὶ γὰρ τοῦτον Ὁμήρου τάξαντοσ ὑπὸ τῇ Ἀργείᾳ καὶ ἡμῖν οὐ παροπτέοσ ἐνέφηνεν ὁ μερισμὸσ τῆσ περιοδείασ οὗτοσ. (Strabo, Geography, Book 8, chapter 6 6:2)

Synonyms

  1. to be overlooked

  2. one must overlook

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION