καταφεύγω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
καταφεύγω
καταφεύξομαι
Structure:
κατα
(Prefix)
+
φεύγ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to flee for refuge, to flee for refuge, to flee and take refuge, to flee for protection
- to escape
- to have recourse to
- to fall back upon, appeal to
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- φαίνεται δὲ βιοὺσ ἔτη τόσα καὶ τόσ’ ἐνθάδε, καὶ οὐδαμοῦ πώποθ’ ὡσ ξένοσ ἐξετασθείσ, ἀλλὰ πρὸσ τούτουσ ὄντασ συγγενεῖσ καταφεύγων, οὗτοι δὲ καὶ προσδεχόμενοι καὶ τῆσ οὐσίασ μεταδιδόντεσ ὡσ αὑτῶν ἑνί. (Demosthenes, Speeches 51-61, 41:1)
- πῶσ οὖν σὺ κύριοσ μὲν ὢν τῆσ ἀνθρώπου, μέλλων δὲ προκαλεῖσθαι ταύτην τὴν πρόκλησιν ἣν μεμαρτυρήκασί σοι, καταφεύγων δὲ εἰσ τὴν ἄνθρωπον περὶ τοῦ δικαίου, ἄλλου δέ σοι οὐδενὸσ ὄντοσ μάρτυροσ ὡσ ἐπλήγησ ὑπ’ ἐμοῦ ἄρχοντοσ χειρῶν ἀδίκων, οὐχ ἧκεσ ἔχων τὴν ἄνθρωπον πρὸσ τὸν διαιτητὴν καὶ παρεδίδουσ τὸ σῶμα παρούσησ τῆσ ἀνθρώπου, κύριόσ γε ὢν αὐτῆσ; (Demosthenes, Speeches 41-50, 18:2)
- ἐπειδὴ δ’ ἀμφότερ’ αὐτῷ γέγονεν, οὐκ εἰδέναι φησὶ τί ἂν ποιῶν χαρίσαιτο, ἂν δ’ ὑμεῖσ λέγητε, ποιήσειν ὃ μήτ’ αἰσχύνην μήτ’ ἀδοξίαν αὐτῷ φέρει, εἰσ ταύτασ τὰσ προφάσεισ καταφεύγων, κἂν ἄρ’ εἴπητέ τι καὶ προαχθῆθ’ ὑμεῖσ ἐπαγγείλασθαι, ἀναχώρησιν ἑαυτῷ καταλείπων. (Demosthenes, Speeches 11-20, 54:1)
- αὐτὸσ γάρ ἐστι Πλάτων ἡμῖν ὁ τὴν Ἀσπασίαν ὑμνῶν ὡσ διδάσκαλον θαυμαστὴν ῥητορικῆσ, καταφεύγων ἐπὶ τὸν Περικλέα καὶ δι’ ἐκείνου πιστούμενοσ καὶ διαρρήδην γε οὑτωσὶ διαφέροντα τῶν Ἑλλήνων αὐτὸν προσειρηκώσ· (Aristides, Aelius, Orationes, 16:4)
- οὐ γὰρ ἰδὼν τοὺσ κροκοδείλουσ οὐδὲ τοὺσ ἵππουσ, εἶτ’ ἐξήγγειλεν, ἀλλ’ ἵνα τὰ ἄλλ’ ὡσ ἀληθῆ δόξειε λέγειν, τοὺσ κροκοδείλουσ καὶ τοὺσ ἵππουσ προσέθηκε, καταφεύγων ἐπὶ τὰ γνώριμα καὶ πίστιν ἐφελκόμενοσ τῷ πλάσματι προσθήκῃ πλάσματοσ ἑτέρου πρὸσ τἀληθὲσ πεποιημένου. (Aristides, Aelius, Orationes, 26:10)
Synonyms
-
to flee for refuge
-
to escape
-
to fall back upon
Derived
- ἀναφεύγω (to flee up, to escape, to disappear gradually)
- ἀποπροφεύγω (to flee away from)
- ἀποφεύγω (to flee from, escape, to get safe away)
- διαφεύγω (to flee through, get away from, escape)
- ἐκπροφεύγω (to flee away from)
- ἐκφεύγω (to flee out or away, escape, to be acquitted)
- ἐμφεύγω (to fly in or into)
- παραφεύγω (to flee close past or beyond)
- περιφεύγω (to flee from, escape from, mocks)
- προκαταφεύγω (to escape to a place of safety before)
- προσφεύγω (to flee for refuge to)
- προφεύγω (to flee forwards, flee away, to flee from)
- συμφεύγω (to flee along with, to be banished along with or together, shared in)
- ὑπεκφεύγω (to flee away or escape secretly, to escape from)
- ὑποφεύγω (to flee from under, shun, to withdraw from)
- φεύγω (to flee)