Ancient Greek-English Dictionary Language

προσπίτνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προσπίτνω

Structure: προσπίτν (Stem) + ω (Ending)

Etym.: poet. for prospi/ptw

Sense

  1. to fall upon
  2. to come in, come upon the scene
  3. to fall upon
  4. to fall down to or before, supplicate, I beseech

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσπίτνω προσπίτνεις προσπίτνει
Dual προσπίτνετον προσπίτνετον
Plural προσπίτνομεν προσπίτνετε προσπίτνουσιν*
SubjunctiveSingular προσπίτνω προσπίτνῃς προσπίτνῃ
Dual προσπίτνητον προσπίτνητον
Plural προσπίτνωμεν προσπίτνητε προσπίτνωσιν*
OptativeSingular προσπίτνοιμι προσπίτνοις προσπίτνοι
Dual προσπίτνοιτον προσπιτνοίτην
Plural προσπίτνοιμεν προσπίτνοιτε προσπίτνοιεν
ImperativeSingular πρόσπιτνε προσπιτνέτω
Dual προσπίτνετον προσπιτνέτων
Plural προσπίτνετε προσπιτνόντων, προσπιτνέτωσαν
Infinitive προσπίτνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσπιτνων προσπιτνοντος προσπιτνουσα προσπιτνουσης προσπιτνον προσπιτνοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσπίτνομαι προσπίτνει, προσπίτνῃ προσπίτνεται
Dual προσπίτνεσθον προσπίτνεσθον
Plural προσπιτνόμεθα προσπίτνεσθε προσπίτνονται
SubjunctiveSingular προσπίτνωμαι προσπίτνῃ προσπίτνηται
Dual προσπίτνησθον προσπίτνησθον
Plural προσπιτνώμεθα προσπίτνησθε προσπίτνωνται
OptativeSingular προσπιτνοίμην προσπίτνοιο προσπίτνοιτο
Dual προσπίτνοισθον προσπιτνοίσθην
Plural προσπιτνοίμεθα προσπίτνοισθε προσπίτνοιντο
ImperativeSingular προσπίτνου προσπιτνέσθω
Dual προσπίτνεσθον προσπιτνέσθων
Plural προσπίτνεσθε προσπιτνέσθων, προσπιτνέσθωσαν
Infinitive προσπίτνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσπιτνομενος προσπιτνομενου προσπιτνομενη προσπιτνομενης προσπιτνομενον προσπιτνομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to fall upon

  2. to come in

  3. to fall upon

  4. to fall down to or before

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION