ἀφικνέομαι
ε-contract Verb;
이상동사
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἀφικνέομαι
Structure:
ἀπ
(Prefix)
+
ἱκνέ
(Stem)
+
ομαι
(Ending)
Sense
- to come to, from, to arrive at, reach, to arrive, the person reached, came up, to come up to
- to come into
- to come
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- οἰόμενοι γὰρ σατυρικὰ καὶ γελοῖά τινα καὶ κομιδῇ κωμικὰ παρ’ ἡμῶν ἀκούσεσθαι ‐ τοιαῦτα γὰρ ^ πεπιστεύκασιν, οὐκ οἶδ’ ὅ τι δόξαν αὐτοῖσ ὑπὲρ ἐμοῦ οἱ μὲν οὐδὲ τὴν ἀρχὴν ἀφικνοῦνται, ὡσ οὐδὲν δέον παρέχειν τὰ ὦτα κώμοισ γυναικείοισ καὶ σκιρτήμασι σατυρικοῖσ καταβάντασ ἀπὸ τῶν ἐλεφάντων, οἱ δὲ ὡσ ἐπὶ τοιοῦτό τι ἥκοντεσ ἀντὶ τοῦ κιττοῦ σίδηρον εὑρόντεσ οὐδ’ οὕτωσ ἐπαινεῖν τολμῶσι τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματοσ τεθορυβημένοι. (Lucian, (no name) 5:3)
- νῦν δὲ ὀλίγοι, ὡσ ὁρᾷσ, ἀφικνοῦνται ἡμῖν· (Lucian, Dialogi mortuorum, 4:3)
- ὅσοι δ̓ ἂν εἰσ τέλοσ διακαρτερήσωσιν, οὗτοι πρὸσ τὸ ἄκρον ἀφικνοῦνται καὶ τὸ ἀπ̓ ἐκείνου εὐδαιμονοῦσι θαυμάσιόν τινα βίον τὸν λοιπὸν βιοῦντεσ, οἱο͂ν μύρμηκασ ἀπὸ τοῦ ὕψουσ ἐπισκοποῦντέσ τινασ τοὺσ ἄλλουσ. (Lucian, 11:4)
- Κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἀφικνοῦνται πρόσ με δύο μεγιστᾶνεσ τῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ βασιλέωσ ἐκ τῆσ τῶν Τραχωνιτῶν χώρασ ἐπαγόμενοι τοὺσ ἑαυτῶν ἵππουσ καὶ ὅπλα, χρήματα δ’ ὑποκομίζοντεσ. (Flavius Josephus, 135:1)
- ἄπρακτοι δὲ παρὰ τούτων ἀπελθόντεσ οἱ περὶ τὸν Ιὠνάθην εἰσ Σέπφωριν μεγίστην τῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ πόλιν ἀφικνοῦνται. (Flavius Josephus, 277:1)
- μετὰ ταῦτα, ὦ ἄνδρεσ δικασταί, ἀφικνοῦνταί μοι ἀπαγγέλλοντεσ, ὅτι ὁ πατὴρ ἀφεῖται καὶ Σατύρῳ οὕτωσ ἁπάντων μεταμέλει τῶν πεπραγμένων, ὥστε πίστεισ τε τὰσ μεγίστασ αὐτῷ δεδωκὼσ εἰή καὶ τὴν ἀρχὴν ἔτι μείζω πεποιηκὼσ ἧσ εἶχε πρότερον καὶ τὴν ἀδελφὴν τὴν ἐμὴν γυναῖκα τῷ ἑαυτοῦ υἱεῖ εἰληφώσ. (Dionysius of Halicarnassus, De Isocrate, chapter 19 5:5)
- δοκῶ δέ μοι καλῶσ ἂν ποιῆσαι, εἰ τὰσ αἰτίασ ἀφ’ ὧν ἐπὶ τὸν τοιοῦτον βίον ἀφικνοῦνταί τινεσ προεξετάσασ δείξαιμι οὐ πάνυ βιαίουσ οὐδ’ ἀναγκαίασ· (Lucian, De mercede, (no name) 5:1)
Synonyms
-
to come to
-
to come into
- εἴσειμι (to come into court)
- εἰσέρχομαι ( to come into court)
- εἰσβαίνω (to go into, enter, to come into)
- ὁμιλέω (to come into, be in, visit)
- ἐκπεράω (to go or come out of)
- σύνειμι (to come in)
- ἐκπίπτω (to come out)
- βάσκω ( come, go)
- ἕρπω ( I go or come)
- ἔρχομαι (I come, go)
- ἱκνέομαι (to come)
- συνεξέρχομαι (to go or come out with)
- παραβάλλω (to come n)
- προσέρχομαι (to come or go to)
- ἵκω (to come to)
- ἀμείβω (comes on)
- ἀγρέω (come, come on)
- βλώσκω (come, go)
- ἔξειμι (to go out, come out)
- ἐξέρχομαι (to go out, come out )
- ἐξικνέομαι (to come to)
- ἑρπύζω (to go, come)
- εἰσαφικάνω (to come to)
- εἰσνέομαι (to go into)
- εἰσαναβαίνω (to go up to or into)
- εἰσάνειμι (to go up into)
- εἰσέρπω (to go into)
- γίγνομαι (to come into being, to be born)
- ἐπεισέρχομαι (to come into beside, to be imported)
- ἐμβατεύω (to enter on, come into possession of)
- εἰσαφικνέομαι (to come into or to, reach or arrive at)
- προσίστημι (it comes into, head, occurs to)
-
to come
- ἐκπεράω (to go or come out of)
- ἐκπίπτω (to come out)
- ἑρπύζω (to go, come)
- ἕρπω ( I go or come)
- ἔρχομαι (I come, go)
- ἱκνέομαι (to come)
- ἵκω (to come to)
- παραβάλλω (to come n)
- προσέρχομαι (to come or go to)
- συνεξέρχομαι (to go or come out with)
- σύνειμι (to come in)
- εἰσαφικάνω (to come to)
- βλώσκω (come, go)
- ἔξειμι (to go out, come out)
- ἀμείβω (comes on)
- ἀγρέω (come, come on)
- βάσκω ( come, go)
- ἐξέρχομαι (to go out, come out )
- ἐξικνέομαι (to come to)
- συνεκπεράω (to come out together)
- συμπορεύομαι (to come together)
- ἱκνέομαι (to come upon)
- ἵκω (come upon, upon)
- προσέρπω (to come to or upon)
- προσβαίνω (to come upon)
- ἔπειμι (to come upon)
- περιβαίνω (to come round)
- περίειμι (to come round to)
- περιέρχομαι (to come round)
- περινίσσομαι (to come round)
- κατίσχω (to come down)
- συγκαταβαίνω (to go or come down with)
- ἐπεισέρχομαι (to come in besides)
- προσνίσσομαι (to come against)
- πάρειμι (to have come from)
- προεισέρχομαι (to come or go in before)
- ἐξάνειμι (to come back from)
- καθήκω (is come, [the time], comes)
- πρόσειμι (to come on, be at hand)
- παρίστημι (I come, I am at hand)
- ἐπεισέρχομαι (to come in after)
- ἐξορίζω (to come forth from)
- ἐξανέρχομαι (to come forth from)
- ἔξειμι (to come forth)
- συνανύτω (to come to an end with)
- ἀνύω (to come to an end)
- περαίνω (to come to an end, end)
- τελευτάω (to come to an end)
- πελάζω (come near)
- προσχρίμπτω (to come near)
- ἐπιπίλναμαι (to come near)
- πρόσειμι (to come forward)
- προπορεύομαι (to come forward)
- ἐπέρχομαι (to come on, return)
- προσστείχω (to go or come towards)
- ὑπαντάω (to come or go to meet)
- ἐπιχορεύω (to come dancing on)
- ἀναδύνω (to come up, rise)
- συγγίγνομαι (to come to assist)
- προσνίσσομαι (to come or go to, to approach)
- ἐπιδημέω (to come home)
- προσαμύνω (to come to aid)
Derived
- διικνέομαι (to go through, penetrate, to reach)
- εἰσαφικνέομαι (to come into or to, reach or arrive at)
- εἰσικνέομαι (to go into, penetrate)
- ἐξικνέομαι (to reach, arrive at, to come to)
- ἐφικνέομαι (to reach at, aim at, to reach or extend)
- ἱκνέομαι (to come, to come to, came)
- καθικνέομαι (to come down to, to reach, touch)
- προαφικνέομαι (to arrive first)
- προσαφικνέομαι (to arrive at, to arrive and join, to approach)
- προσικνέομαι (to come to, reach, to reach so far as)
- συνικνέομαι (to pertain to, interest)