Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: περιβαίνω περιβήσομαι περιέβην

Structure: περι (Prefix) + βαίν (Stem) + ω (Ending)


  1. to go round, to walk round and round, to bestride, astride of, to bestride
  2. to come round


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular περιβαίνω περιβαίνεις περιβαίνει
Dual περιβαίνετον περιβαίνετον
Plural περιβαίνομεν περιβαίνετε περιβαίνουσιν*
SubjunctiveSingular περιβαίνω περιβαίνῃς περιβαίνῃ
Dual περιβαίνητον περιβαίνητον
Plural περιβαίνωμεν περιβαίνητε περιβαίνωσιν*
OptativeSingular περιβαίνοιμι περιβαίνοις περιβαίνοι
Dual περιβαίνοιτον περιβαινοίτην
Plural περιβαίνοιμεν περιβαίνοιτε περιβαίνοιεν
ImperativeSingular περιβαίνε περιβαινέτω
Dual περιβαίνετον περιβαινέτων
Plural περιβαίνετε περιβαινόντων, περιβαινέτωσαν
Infinitive περιβαίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
περιβαινων περιβαινοντος περιβαινουσα περιβαινουσης περιβαινον περιβαινοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular περιβαίνομαι περιβαίνει, περιβαίνῃ περιβαίνεται
Dual περιβαίνεσθον περιβαίνεσθον
Plural περιβαινόμεθα περιβαίνεσθε περιβαίνονται
SubjunctiveSingular περιβαίνωμαι περιβαίνῃ περιβαίνηται
Dual περιβαίνησθον περιβαίνησθον
Plural περιβαινώμεθα περιβαίνησθε περιβαίνωνται
OptativeSingular περιβαινοίμην περιβαίνοιο περιβαίνοιτο
Dual περιβαίνοισθον περιβαινοίσθην
Plural περιβαινοίμεθα περιβαίνοισθε περιβαίνοιντο
ImperativeSingular περιβαίνου περιβαινέσθω
Dual περιβαίνεσθον περιβαινέσθων
Plural περιβαίνεσθε περιβαινέσθων, περιβαινέσθωσαν
Infinitive περιβαίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
περιβαινομενος περιβαινομενου περιβαινομενη περιβαινομενης περιβαινομενον περιβαινομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • κακόν τι περιβαίνει με κἀναπείθομαι. (Aristophanes, Wasps, Episode 2:22)
  • τῷ δ’ ἀθλίασ ἄσημα περιβαίνει βοῆσ ἑρ́ποντι μᾶλλον ἆσσον, οἰμώξασ δ’ ἔποσ ἱήσι δυσθρήνητον· (Sophocles, Antigone, episode 1:11)
  • τὸ δὲ τρῆμα τοῦ σανιδώματοσ ἦν παράμηκεσ καὶ περιέβαινε περὶ τὸν στῦλον μετὰ τὰσ πρώτασ εὐθέωσ τῆσ κλίμακοσ δύ’ ὀργυιάσ. (Polybius, Histories, book 1, chapter 22 6:1)


  1. to come round


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool