Ancient Greek-English Dictionary Language

κατακόπτω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κατακόπτω κατακόψω

Structure: κατα (Prefix) + κόπτ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to cut down, cut in pieces, cut up, cut in pieces
  2. to kill, slay
  3. to cut in pieces, "cut up, "
  4. to break in pieces, destroy
  5. to coin into money

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατακόπτω κατακόπτεις κατακόπτει
Dual κατακόπτετον κατακόπτετον
Plural κατακόπτομεν κατακόπτετε κατακόπτουσιν*
SubjunctiveSingular κατακόπτω κατακόπτῃς κατακόπτῃ
Dual κατακόπτητον κατακόπτητον
Plural κατακόπτωμεν κατακόπτητε κατακόπτωσιν*
OptativeSingular κατακόπτοιμι κατακόπτοις κατακόπτοι
Dual κατακόπτοιτον κατακοπτοίτην
Plural κατακόπτοιμεν κατακόπτοιτε κατακόπτοιεν
ImperativeSingular κατακόπτε κατακοπτέτω
Dual κατακόπτετον κατακοπτέτων
Plural κατακόπτετε κατακοπτόντων, κατακοπτέτωσαν
Infinitive κατακόπτειν
Participle MasculineFeminineNeuter
κατακοπτων κατακοπτοντος κατακοπτουσα κατακοπτουσης κατακοπτον κατακοπτοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατακόπτομαι κατακόπτει, κατακόπτῃ κατακόπτεται
Dual κατακόπτεσθον κατακόπτεσθον
Plural κατακοπτόμεθα κατακόπτεσθε κατακόπτονται
SubjunctiveSingular κατακόπτωμαι κατακόπτῃ κατακόπτηται
Dual κατακόπτησθον κατακόπτησθον
Plural κατακοπτώμεθα κατακόπτησθε κατακόπτωνται
OptativeSingular κατακοπτοίμην κατακόπτοιο κατακόπτοιτο
Dual κατακόπτοισθον κατακοπτοίσθην
Plural κατακοπτοίμεθα κατακόπτοισθε κατακόπτοιντο
ImperativeSingular κατακόπτου κατακοπτέσθω
Dual κατακόπτεσθον κατακοπτέσθων
Plural κατακόπτεσθε κατακοπτέσθων, κατακοπτέσθωσαν
Infinitive κατακόπτεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
κατακοπτομενος κατακοπτομενου κατακοπτομενη κατακοπτομενης κατακοπτομενον κατακοπτομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to cut down

  2. to kill

  3. to cut in pieces

  4. to break in pieces

  5. to coin into money

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION