헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σύνειμι

-μι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σύνειμι συνέσομαι

형태분석: συν (접두사) + έ̓ς (어간) + τον (인칭어미)

어원: ei)mi/ sum

  1. 꾸다, 꿈꾸다, ~와 비교하다, 관계되어 있다, ~에 속하다, 편안해지다
  2. 출석하다, 참석하다, 시중들다, 들어가다, 다니다
  1. to be with, be joined or linked with, to dream, to be acquainted with, to be engaged
  2. to have intercourse with, live with
  3. to live with
  4. to attend, associates, disciples, partisans
  5. to have dealings with, to have to do with
  6. to take part with

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνειμί

(나는) 꾼다

συνεῖ

(너는) 꾼다

συνεστίν*

(그는) 꾼다

쌍수 συνέστον

(너희 둘은) 꾼다

συνέστον

(그 둘은) 꾼다

복수 συνέσμεν

(우리는) 꾼다

συνέστε

(너희는) 꾼다

συνείσιν*

(그들은) 꾼다

접속법단수 συνῶ

(나는) 꾸자

συνῇς

(너는) 꾸자

συνῇ

(그는) 꾸자

쌍수 συνῆτον

(너희 둘은) 꾸자

συνῆτον

(그 둘은) 꾸자

복수 συνῶμεν

(우리는) 꾸자

συνῆτε

(너희는) 꾸자

συνῶσιν*

(그들은) 꾸자

기원법단수 συνείην

(나는) 꾸기를 (바라다)

συνείης

(너는) 꾸기를 (바라다)

συνείη

(그는) 꾸기를 (바라다)

쌍수 συνείητον, συνεῖτον

(너희 둘은) 꾸기를 (바라다)

συνείητην, συνείτην

(그 둘은) 꾸기를 (바라다)

복수 συνείημεν, συνεῖμεν

(우리는) 꾸기를 (바라다)

συνείητε, συνεῖτε

(너희는) 꾸기를 (바라다)

συνείησαν, συνεῖεν

(그들은) 꾸기를 (바라다)

명령법단수 συνίσθι

(너는) 꾸어라

συνέστω

(그는) 꾸어라

쌍수 συνέστον

(너희 둘은) 꾸어라

συνέστων

(그 둘은) 꾸어라

복수 συνέστε

(너희는) 꾸어라

συνέστων

(그들은) 꾸어라

부정사 συνεῖναι

분사 남성여성중성
συνών

συνόντος

συνοῦσα

συνούσας

συνόν

συνόντος

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνέσομαι

(나는) 꾸겠다

συνέσει, συνέσῃ

(너는) 꾸겠다

συνέσεται

(그는) 꾸겠다

쌍수 συνέσεσθον

(너희 둘은) 꾸겠다

συνέσεσθον

(그 둘은) 꾸겠다

복수 συνεσόμεθα

(우리는) 꾸겠다

συνέσεσθε

(너희는) 꾸겠다

συνέσονται

(그들은) 꾸겠다

기원법단수 συνεσοίμην

(나는) 꾸겠기를 (바라다)

συνέσοιο

(너는) 꾸겠기를 (바라다)

συνέσοιτο

(그는) 꾸겠기를 (바라다)

쌍수 συνέσοισθον

(너희 둘은) 꾸겠기를 (바라다)

συνεσοίσθην

(그 둘은) 꾸겠기를 (바라다)

복수 συνεσοίμεθα

(우리는) 꾸겠기를 (바라다)

συνέσοισθε

(너희는) 꾸겠기를 (바라다)

συνέσοιντο

(그들은) 꾸겠기를 (바라다)

부정사 συνέσεσθαι

꿀 것

분사 남성여성중성
συνεσομενος

συνεσομενου

συνεσομενη

συνεσομενης

συνεσομενον

συνεσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνῆ, συνῆν

(나는) 꾸고 있었다

συνῆσθα

(너는) 꾸고 있었다

συνῆν

(그는) 꾸고 있었다

쌍수 συνῆ̓στον

(너희 둘은) 꾸고 있었다

συνήστην

(그 둘은) 꾸고 있었다

복수 συνῆ̓μεν

(우리는) 꾸고 있었다

συνῆ̓τε

(너희는) 꾸고 있었다

συνῆ̓σαν

(그들은) 꾸고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Δείναρχοσ Σωστράτου Κορίνθιοσ Προξένῳ, ᾧ σύνειμι, βλάβησ ταλάντων δύο. (Dionysius of Halicarnassus, De Dinarcho, chapter 3 1:1)

    (디오니시오스, De Dinarcho, chapter 3 1:1)

  • καὶ παρὰ πολλοῖσ ἄλλοισ δουλεύσασ καὶ πένησι ^ καὶ πλουσίοισ, τὰ τελευταῖα καὶ σοὶ νῦν σύνειμι καταγελῶν ὁσημέραι ποτνιωμένου καὶ οἰμώζοντοσ ἐπὶ τῇ πενίᾳ καὶ τοὺσ πλουσίουσ θαυμάζοντοσ ὑπ’ ἀγνοίασ τῶν ἐκείνοισ προσόντων κακῶν. (Lucian, Gallus, (no name) 20:5)

    (루키아노스, Gallus, (no name) 20:5)

  • Σὺ μὲν σκώπτεισ, ἐγὼ δὲ τῇ τε Ἠχοῖ καὶ τῇ Πίτυϊ σύνειμι καὶ ἀπάσαισ ταῖσ τοῦ Διονύσου Μαινάσι καὶ πάνυ σπουδάζομαι πρὸσ αὐτῶν. (Lucian, Dialogi deorum, 8:6)

    (루키아노스, Dialogi deorum, 8:6)

  • ἐγὼ δὲ σύνειμι μὲν θεοῖσ, σύνειμι δὲ ἀνθρώποισ τοῖσ ἀγαθοῖσ· (Xenophon, Memorabilia, , chapter 1 33:1)

    (크세노폰, Memorabilia, , chapter 1 33:1)

유의어

  1. to have intercourse with

  2. to live with

  3. to have dealings with

  4. to take part with

관련어

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION