Ancient Greek-English Dictionary Language

στείχω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στείχω

Structure: στείχ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to walk, march, go or come, to go to, approach
  2. to go after one another, go in line or order

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στείχω στείχεις στείχει
Dual στείχετον στείχετον
Plural στείχομεν στείχετε στείχουσιν*
SubjunctiveSingular στείχω στείχῃς στείχῃ
Dual στείχητον στείχητον
Plural στείχωμεν στείχητε στείχωσιν*
OptativeSingular στείχοιμι στείχοις στείχοι
Dual στείχοιτον στειχοίτην
Plural στείχοιμεν στείχοιτε στείχοιεν
ImperativeSingular στείχε στειχέτω
Dual στείχετον στειχέτων
Plural στείχετε στειχόντων, στειχέτωσαν
Infinitive στείχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
στειχων στειχοντος στειχουσα στειχουσης στειχον στειχοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στείχομαι στείχει, στείχῃ στείχεται
Dual στείχεσθον στείχεσθον
Plural στειχόμεθα στείχεσθε στείχονται
SubjunctiveSingular στείχωμαι στείχῃ στείχηται
Dual στείχησθον στείχησθον
Plural στειχώμεθα στείχησθε στείχωνται
OptativeSingular στειχοίμην στείχοιο στείχοιτο
Dual στείχοισθον στειχοίσθην
Plural στειχοίμεθα στείχοισθε στείχοιντο
ImperativeSingular στείχου στειχέσθω
Dual στείχεσθον στειχέσθων
Plural στείχεσθε στειχέσθων, στειχέσθωσαν
Infinitive στείχεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
στειχομενος στειχομενου στειχομενη στειχομενης στειχομενον στειχομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to walk

  2. to go after one another

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION