Ancient Greek-English Dictionary Language

καταστείχω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: καταστείχω καταστείξω

Structure: κατα (Prefix) + στείχ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: = kate/rxomai, Anth.

Sense

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καταστείχω καταστείχεις καταστείχει
Dual καταστείχετον καταστείχετον
Plural καταστείχομεν καταστείχετε καταστείχουσιν*
SubjunctiveSingular καταστείχω καταστείχῃς καταστείχῃ
Dual καταστείχητον καταστείχητον
Plural καταστείχωμεν καταστείχητε καταστείχωσιν*
OptativeSingular καταστείχοιμι καταστείχοις καταστείχοι
Dual καταστείχοιτον καταστειχοίτην
Plural καταστείχοιμεν καταστείχοιτε καταστείχοιεν
ImperativeSingular καταστείχε καταστειχέτω
Dual καταστείχετον καταστειχέτων
Plural καταστείχετε καταστειχόντων, καταστειχέτωσαν
Infinitive καταστείχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καταστειχων καταστειχοντος καταστειχουσα καταστειχουσης καταστειχον καταστειχοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καταστείχομαι καταστείχει, καταστείχῃ καταστείχεται
Dual καταστείχεσθον καταστείχεσθον
Plural καταστειχόμεθα καταστείχεσθε καταστείχονται
SubjunctiveSingular καταστείχωμαι καταστείχῃ καταστείχηται
Dual καταστείχησθον καταστείχησθον
Plural καταστειχώμεθα καταστείχησθε καταστείχωνται
OptativeSingular καταστειχοίμην καταστείχοιο καταστείχοιτο
Dual καταστείχοισθον καταστειχοίσθην
Plural καταστειχοίμεθα καταστείχοισθε καταστείχοιντο
ImperativeSingular καταστείχου καταστειχέσθω
Dual καταστείχεσθον καταστειχέσθων
Plural καταστείχεσθε καταστειχέσθων, καταστειχέσθωσαν
Infinitive καταστείχεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καταστειχομενος καταστειχομενου καταστειχομενη καταστειχομενης καταστειχομενον καταστειχομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καταστείξω καταστείξεις καταστείξει
Dual καταστείξετον καταστείξετον
Plural καταστείξομεν καταστείξετε καταστείξουσιν*
OptativeSingular καταστείξοιμι καταστείξοις καταστείξοι
Dual καταστείξοιτον καταστειξοίτην
Plural καταστείξοιμεν καταστείξοιτε καταστείξοιεν
Infinitive καταστείξειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καταστειξων καταστειξοντος καταστειξουσα καταστειξουσης καταστειξον καταστειξοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καταστείξομαι καταστείξει, καταστείξῃ καταστείξεται
Dual καταστείξεσθον καταστείξεσθον
Plural καταστειξόμεθα καταστείξεσθε καταστείξονται
OptativeSingular καταστειξοίμην καταστείξοιο καταστείξοιτο
Dual καταστείξοισθον καταστειξοίσθην
Plural καταστειξοίμεθα καταστείξοισθε καταστείξοιντο
Infinitive καταστείξεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καταστειξομενος καταστειξομενου καταστειξομενη καταστειξομενης καταστειξομενον καταστειξομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION