Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στείχω

Structure: στείχ (Stem) + ω (Ending)


  1. to walk, march, go or come, to go to, approach
  2. to go after one another, go in line or order


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στείχω στείχεις στείχει
Dual στείχετον στείχετον
Plural στείχομεν στείχετε στείχουσιν*
SubjunctiveSingular στείχω στείχῃς στείχῃ
Dual στείχητον στείχητον
Plural στείχωμεν στείχητε στείχωσιν*
OptativeSingular στείχοιμι στείχοις στείχοι
Dual στείχοιτον στειχοίτην
Plural στείχοιμεν στείχοιτε στείχοιεν
ImperativeSingular στείχε στειχέτω
Dual στείχετον στειχέτων
Plural στείχετε στειχόντων, στειχέτωσαν
Infinitive στείχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
στειχων στειχοντος στειχουσα στειχουσης στειχον στειχοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στείχομαι στείχει, στείχῃ στείχεται
Dual στείχεσθον στείχεσθον
Plural στειχόμεθα στείχεσθε στείχονται
SubjunctiveSingular στείχωμαι στείχῃ στείχηται
Dual στείχησθον στείχησθον
Plural στειχώμεθα στείχησθε στείχωνται
OptativeSingular στειχοίμην στείχοιο στείχοιτο
Dual στείχοισθον στειχοίσθην
Plural στειχοίμεθα στείχοισθε στείχοιντο
ImperativeSingular στείχου στειχέσθω
Dual στείχεσθον στειχέσθων
Plural στείχεσθε στειχέσθων, στειχέσθωσαν
Infinitive στείχεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
στειχομενος στειχομενου στειχομενη στειχομενης στειχομενον στειχομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  • οὔ νιν πεῖθ’ Οἰ̈κλείδασ πάλιν στείχειν ἐσ εὐάνδρουσ ἀγυιάσ. (Bacchylides, , epinicians, ode 9 2:3)
  • στείχει δι’ εὐρείασ κελεύθου μυρία παντᾷ φάτισ σᾶσ γενεᾶσ λιπαρο‐ ζώνων θυγάτρων, ἃσ θεοὶ σὺν τύχαισ ᾤκισσαν ἀρχα‐ γοὺσ ἀπορθήτων ἀγυιᾶν. (Bacchylides, , epinicians, ode 9 6:1)
  • άοσιν στείχειν ἔμπορον οἷ’ ἀλάταν ἐπ’ ἀλλοδαμίαν, ἰσχυρόν τε καὶ ἄλκιμον ὧδε καὶ θρασύν, ὅσ τε τούτων ἀνδρῶν κρατερὸν σθένοσ ἔσχεν; (Bacchylides, , dithyrambs, ode 18 3:4)
  • καὶ μὴν ὅδ’ Αἰνέασ καὶ μάλα σπουδῇ ποδὸσ στείχει, νέον τι πρᾶγμ’ ἔχων φίλοισ φράσαι. (Euripides, Rhesus, episode 1:1)
  • ἀνὴρ γὰρ ἀλκῆσ μυρίασ στρατηλατῶν στείχει φίλοσ σοὶ σύμμαχόσ τε τῇδε γῇ. (Euripides, Rhesus, episode11)
  • ποίαν ἢ ταύταν ἢ κείναν στείχω; (Euripides, Hecuba, choral, strophe7)
  • στείχω βλέφαρον τέγγουσ’ ἁπαλόν. (Euripides, episode, anapests 1:14)
  • στείχω. (Euripides, Iphigenia in Aulis, episode, anapests2)
  • πόσιν δὲ σὸν στείχω ματεύσων τῶνδε δωμάτων ἔσω. (Euripides, Iphigenia in Aulis, episode 1:26)
  • ἥδ’ αὖ τάφου τοῦδ’ εἰσ ἕδρασ ἐγὼ πάλιν στείχω, μαθοῦσα Θεονόησ φίλουσ λόγουσ, ἣ πάντ’ ἀληθῶσ οἶδε· (Euripides, Helen, episode, dialogue1)


  1. to walk

  2. to go after one another


Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool