헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πυνθάνομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πυνθάνομαι πεύσομαι ἐπυθόμην πέπυσμαι

형태분석: πυνθάν (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. 배우다, 알게 되다, 접하다
  2. 추적하다, 추측하다, 접하다
  3. 배우다, 알게 되다
  4. 묻다, 청하다
  1. I learn, I learn (accusative) from (genitive)
  2. (with accusative) I hear or learn
  3. (with genitive) I hear about, ask about
  4. (with participle) I learn that
  5. (with interrogative clause) I ask

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πυνθάνομαι

(나는) 배운다

πυνθάνει, πυνθάνῃ

(너는) 배운다

πυνθάνεται

(그는) 배운다

쌍수 πυνθάνεσθον

(너희 둘은) 배운다

πυνθάνεσθον

(그 둘은) 배운다

복수 πυνθανόμεθα

(우리는) 배운다

πυνθάνεσθε

(너희는) 배운다

πυνθάνονται

(그들은) 배운다

접속법단수 πυνθάνωμαι

(나는) 배우자

πυνθάνῃ

(너는) 배우자

πυνθάνηται

(그는) 배우자

쌍수 πυνθάνησθον

(너희 둘은) 배우자

πυνθάνησθον

(그 둘은) 배우자

복수 πυνθανώμεθα

(우리는) 배우자

πυνθάνησθε

(너희는) 배우자

πυνθάνωνται

(그들은) 배우자

기원법단수 πυνθανοίμην

(나는) 배우기를 (바라다)

πυνθάνοιο

(너는) 배우기를 (바라다)

πυνθάνοιτο

(그는) 배우기를 (바라다)

쌍수 πυνθάνοισθον

(너희 둘은) 배우기를 (바라다)

πυνθανοίσθην

(그 둘은) 배우기를 (바라다)

복수 πυνθανοίμεθα

(우리는) 배우기를 (바라다)

πυνθάνοισθε

(너희는) 배우기를 (바라다)

πυνθάνοιντο

(그들은) 배우기를 (바라다)

명령법단수 πυνθάνου

(너는) 배우어라

πυνθανέσθω

(그는) 배우어라

쌍수 πυνθάνεσθον

(너희 둘은) 배우어라

πυνθανέσθων

(그 둘은) 배우어라

복수 πυνθάνεσθε

(너희는) 배우어라

πυνθανέσθων, πυνθανέσθωσαν

(그들은) 배우어라

부정사 πυνθάνεσθαι

배우는 것

분사 남성여성중성
πυνθανομενος

πυνθανομενου

πυνθανομενη

πυνθανομενης

πυνθανομενον

πυνθανομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πεύσομαι

(나는) 배우겠다

πεύσει, πεύσῃ

(너는) 배우겠다

πεύσεται

(그는) 배우겠다

쌍수 πεύσεσθον

(너희 둘은) 배우겠다

πεύσεσθον

(그 둘은) 배우겠다

복수 πευσόμεθα

(우리는) 배우겠다

πεύσεσθε

(너희는) 배우겠다

πεύσονται

(그들은) 배우겠다

기원법단수 πευσοίμην

(나는) 배우겠기를 (바라다)

πεύσοιο

(너는) 배우겠기를 (바라다)

πεύσοιτο

(그는) 배우겠기를 (바라다)

쌍수 πεύσοισθον

(너희 둘은) 배우겠기를 (바라다)

πευσοίσθην

(그 둘은) 배우겠기를 (바라다)

복수 πευσοίμεθα

(우리는) 배우겠기를 (바라다)

πεύσοισθε

(너희는) 배우겠기를 (바라다)

πεύσοιντο

(그들은) 배우겠기를 (바라다)

부정사 πεύσεσθαι

배울 것

분사 남성여성중성
πευσομενος

πευσομενου

πευσομενη

πευσομενης

πευσομενον

πευσομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπυνθανόμην

(나는) 배우고 있었다

ἐπυνθάνου

(너는) 배우고 있었다

ἐπυνθάνετο

(그는) 배우고 있었다

쌍수 ἐπυνθάνεσθον

(너희 둘은) 배우고 있었다

ἐπυνθανέσθην

(그 둘은) 배우고 있었다

복수 ἐπυνθανόμεθα

(우리는) 배우고 있었다

ἐπυνθάνεσθε

(너희는) 배우고 있었다

ἐπυνθάνοντο

(그들은) 배우고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τοὺσ δὴ κρατήσαντασ ἀεὶ χρή, ὅτανπερ ἐπιθυμήσωσιν σωτηρίασ, αὐτοὺσ ἐν αὑτοῖσ ἄνδρασ προκρῖναι τῶν Ἑλλήνων οὓσ ἂν πυνθάνωνται ἀρίστουσ ὄντασ, πρῶτον μὲν γέροντασ, καὶ παῖδασ καὶ γυναῖκασ κεκτημένουσ οἴκοι καὶ προγόνουσ αὑτῶν ὅτι μάλιστα πολλούσ τε καὶ ἀγαθοὺσ καὶ ὀνομαστοὺσ καὶ κτῆσιν κεκτημένουσ πάντασ ἱκανήν ‐ ἀριθμὸν δὲ εἶναι μυριάνδρῳ πόλει πεντήκοντα ἱκανοὶ τοιοῦτοι ‐ τούτουσ δὴ δεήσεσιν καὶ τιμαῖσ ὅτι μεγίσταισ οἴκοθεν μεταπέμψασθαι, μεταπεμψαμένουσ δὲ ὀμόσαντασ δεῖσθαι καὶ κελεύειν θεῖναι νόμουσ, μήτε νικήσασιν μήτε νικηθεῖσιν νέμειν πλέον, τὸ δὲ ἴσον καὶ κοινὸν πάσῃ τῇ πόλει. (Plato, Epistles, Letter 7 90:2)

    (플라톤, Epistles, Letter 7 90:2)

  • "ἐκποδών μοι μετάστηθι, κἀκείνοισ ἐρῶ, ἐὰν πυνθάνωνται. (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 102)

    (플루타르코스, Apophthegmata Laconica, , section 102)

  • "ἐκποδών μοι κατάστηθι, κἀκείνοισ ἐρῶ, ἐὰν πυνθάνωνται. (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 10 1:2)

    (플루타르코스, Apophthegmata Laconica, , section 10 1:2)

  • συμβουλευσάντων δ’ ἡμῖν τῶν παρόντων, τὰ μὲν ἄλλα πάντα ἐνειμάμεθα, τὴν δὲ οἰκίαν καὶ τοὺσ παῖδασ τοὺσ διακόνουσ τοῦ πατρὸσ ἐξαιρέτουσ ἐποιησάμεθα, ἵν’ ἐκ μὲν τῆσ οἰκίασ, ὁποτέροισ ἂν ἡμῶν φαίνηται ὀφειλομένη ἡ προίξ, οὗτοι αὐτὴν κομίσωνται, ἐκ δὲ τῶν παίδων κοινῶν ὄντων, ἐάν τι οὗτοι τῶν πατρῴων ἐπιζητῶσιν, πυνθάνωνται, καὶ βασανίζοντεσ αὐτοὺσ καὶ ἄλλῳ ὅτῳ ἂν τρόπῳ βούλωνται ζητοῦντεσ. (Demosthenes, Speeches 31-40, 17:2)

    (데모스테네스, Speeches 31-40, 17:2)

  • ἐγὼ μὲν τοίνυν ἔγραψα βουλεύων ἀποπλεῖν τὴν ταχίστην τοὺσ πρέσβεισ ἐπὶ τοὺσ τόπουσ ἐν οἷσ ἂν ὄντα Φίλιππον πυνθάνωνται, καὶ τοὺσ ὁρ́κουσ ἀπολαμβάνειν· (Demosthenes, Speeches 11-20, 35:3)

    (데모스테네스, Speeches 11-20, 35:3)

유의어

  1. 배우다

  2. I hear or learn

  3. 추적하다

  4. 배우다

  5. 묻다

파생어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION