Ancient Greek-English Dictionary Language

κατάρχω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κατάρχω κατάρξω

Structure: κατ (Prefix) + ά̓ρχ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to make beginning of, to lead, to begin, to begin
  2. to honour
  3. to make a beginning, to begin, is beginning
  4. to begin the sacrificial ceremonies, began [the sacrifice] with, I begin the function, to make a beginning of, consecrate, for sacrifice
  5. to sacrifice, slay, hath been devoted
  6. to strike

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατάρχω κατάρχεις κατάρχει
Dual κατάρχετον κατάρχετον
Plural κατάρχομεν κατάρχετε κατάρχουσιν*
SubjunctiveSingular κατάρχω κατάρχῃς κατάρχῃ
Dual κατάρχητον κατάρχητον
Plural κατάρχωμεν κατάρχητε κατάρχωσιν*
OptativeSingular κατάρχοιμι κατάρχοις κατάρχοι
Dual κατάρχοιτον καταρχοίτην
Plural κατάρχοιμεν κατάρχοιτε κατάρχοιεν
ImperativeSingular κατάρχε καταρχέτω
Dual κατάρχετον καταρχέτων
Plural κατάρχετε καταρχόντων, καταρχέτωσαν
Infinitive κατάρχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καταρχων καταρχοντος καταρχουσα καταρχουσης καταρχον καταρχοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατάρχομαι κατάρχει, κατάρχῃ κατάρχεται
Dual κατάρχεσθον κατάρχεσθον
Plural καταρχόμεθα κατάρχεσθε κατάρχονται
SubjunctiveSingular κατάρχωμαι κατάρχῃ κατάρχηται
Dual κατάρχησθον κατάρχησθον
Plural καταρχώμεθα κατάρχησθε κατάρχωνται
OptativeSingular καταρχοίμην κατάρχοιο κατάρχοιτο
Dual κατάρχοισθον καταρχοίσθην
Plural καταρχοίμεθα κατάρχοισθε κατάρχοιντο
ImperativeSingular κατάρχου καταρχέσθω
Dual κατάρχεσθον καταρχέσθων
Plural κατάρχεσθε καταρχέσθων, καταρχέσθωσαν
Infinitive κατάρχεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καταρχομενος καταρχομενου καταρχομενη καταρχομενης καταρχομενον καταρχομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • παρὰ τὴν ἔννοιαν λέγουσι καὶ πλάττουσι ζῷον, οὗ πολλὰ τῶν μορίων ἐκφεύγει τὴν βούλησιν, ἰδίαισ ἐνεργείαισ χρώμενα καὶ πράξεσιν, αἷσ τὸ ὅλον ὁρμὴν οὐ δίδωσιν οὐδὲ κατάρχει κινήσεωσ. (Plutarch, De communibus notitiis adversus Stoicos, section 34 3:1)
  • κατάρχει δὲ αὐτέου καῦσοσ, ὅσ ἐστι τοιόσδε. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 110)
  • Λατοΐδασ οὗτόσ γα ἄναξ ἑκάεργοσ Ἀπόλλων, Μοῦσαιδ’ ἀμφ’ αὐτόν, χαρίεισ χορόσ, αἷσι κατάρχει. (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , mixed meters27)
  • λεκτέον δὲ πρῶτον περὶ Ξενοφῶντοσ, εἶτα περὶ Ἀντισθένουσ ἐν τοῖσ κυνικοῖσ, ἔπειτα περὶ τῶν Σωκρατικῶν, εἶθ’ οὕτω περὶ Πλάτωνοσ, ἐπεὶ κατάρχει τῶν δέκα αἱρέσεων καὶ τὴν πρώτην Ἀκαδημείαν αὐτὸσ συνεστήσατο. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. e'. SWKRATHS 30:3)
  • Μοῦσαι δ’ ἀμφ’ αὐτόν, χαρίεισ χορόσ, αἷσι κατάρχει. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 18 5:3)

Synonyms

  1. to make beginning of

  2. to honour

  3. to make a beginning

  4. to begin the sacrificial ceremonies

  5. to strike

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION