βαρύς
1/3군 변화 형용사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
βαρύς
βαρεῖα
βαρύ
형태분석:
βαρυ
(어간)
+
ς
(어미)
어원: poet. gen. pl. fem. barew=n for bareiw=n
뜻
- 무거운, 거추장스러운, 진한, 가혹한
- 깊은, 빈, 공허한, 진한
- 귀찮은, 괴로운, 아픈, 말썽부리는
- 건강에 나쁜, 해로운
- 잔인한, 어려운, 굳은
- 강한, 강력한, 힘센
- heavy, burdensome, oppressive
- weighty
- deep, hollow, loud (voice)
- grievous, troublesome, painful
- unwholesome
- hard, cruel
- strong, mighty
곡용 정보
1/3군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- "οὐ γῆ θερμότητοσ μετεῖχεν, οὐχ ὕδωρ πνεύματοσ, οὐκ ἄνω τι τῶν βαρέων οὐ κάτω τι τῶν κούφων, ἀλλ’ ἄκρατοι καὶ ἄστοργοι καὶ μονάδεσ αἱ τῶν ὅλων ἀρχαί, μὴ προσιέμεναι σύγκρισιν ἑτέρου πρὸσ ἕτερον μηδὲ κοινωνίαν, ἀλλὰ φεύγουσαι καὶ ἀποστρεφόμεναι καὶ φερόμεναι φορὰσ ἰδίασ καὶ αὐθάδεισ οὕτωσ εἶχον, ὡσ ἔχει πᾶν οὗ θεὸσ ἄπεστι, κατὰ Πλάτωνα, τουτέστιν, ὡσ ἔχει τὰ σώματα, νοῦ καὶ ψυχῆσ ἀπολιπούσησ· (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 12 2:7)
(플루타르코스, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 12 2:7)
- "τῷ οὐρανῷ κατὰ φύσιν ἐστί, τῶν δὲ βαρέων καὶ κάτω ῥεπόντων · (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 1310)
(플루타르코스, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 1310)
- λιθώδη γὰρ ὄντα καὶ βαρέα λάμπειν μὲν ἀντερείσει καὶ περικλάσει τοῦ αἰθέροσ, ἕλκεσθαι δὲ ὑπὸ βίασ σφιγγόμενα δίνῃ καὶ τόνῳ τῆσ περιφορᾶσ, ὥσ που καὶ τὸ πρῶτον ἐκρατήθη μὴ πεσεῖν δεῦρο, τῶν ψυχρῶν καὶ βαρέων ἀποκρινομένων τοῦ παντόσ. (Plutarch, , chapter 12 2:3)
(플루타르코스, , chapter 12 2:3)
- μεθ’ οὓσ οἱ τῶν ἀθλημάτων ἀγωνισταὶ τῶν τε κούφων καὶ τῶν βαρέων τὸ μὲν ἄλλο σῶμα γυμνοί, τὸ δὲ περὶ τὴν αἰδῶ καλυπτόμενοι. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 7, chapter 72 3:1)
(디오니시오스, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 7, chapter 72 3:1)
- "κούφων δὲ καὶ βαρέων ἀγωνισμάτων ὄντων, πύκτῃ μὲν Ἀπόλλωνι Δελφούσ, δρομαίῳ δὲ Κρῆτασ ἱστοροῦσι θύειν καὶ Λακεδαιμονίουσ. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 8, 10:12)
(플루타르코스, Quaestiones Convivales, book 8, 10:12)
- σμύρνα καὶ στακτὴ καὶ κασσία ἀπὸ τῶν ἱματίων σου ἀπὸ βάρεων ἐλεφαντίνων, ἐξ ὧν εὔφρανάν σε. (Septuagint, Liber Psalmorum 44:9)
(70인역 성경, 시편 44:9)
- Ἀπώσατο Κύριοσ θυσιαστήριον αὐτοῦ, ἀπετίναξεν ἁγίασμα αὐτοῦ, συνέτριψεν ἐν χειρὶ ἐχθροῦ τεῖχοσ βάρεων αὐτῆσ. φωνὴν ἔδωκαν ἐν οἴκῳ Κυρίου ὡσ ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆσ. (Septuagint, Lamentationes 2:7)
(70인역 성경, 애가 2:7)
유의어
-
무거운
-
weighty
-
깊은
-
귀찮은
- ἀλγινόεις (괴로운, 아픈, 고통스러운)
- ἀνιαρός (귀찮은, 말썽부리는, 짜증나는)
- ἀλγεινός (괴로운, 아픈, 고통스러운)
- ἀνιαρός (괴로운, 아픈, 고통스러운)
- πονηρός (괴로운, 아픈, 힘드는)
- χαλεπός (아픈, 괴로운, 고통스러운)
- λυπρός (귀찮은, 불쾌한, 말썽부리는)
- ἀπράγμων (not troublesome or painful, without trouble)
-
잔인한
-
강한
- σθεναρός (강한, 강력한, 힘센)
- ῥωμαλέος (강한, 강력한, 힘센)
- κρατύς (강한, 강력한, 힘센)
- ἰσχυρός (힘센, 강한)
- ἀλκαῖος (강한, 강력한, 힘센)
- δυνατός (힘 있는, 강력한)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κρατερός (강한, 강력한, 힘센)
- κρατερός (강한, 강력한, 힘센)
- κραταιός (강한, 강력한, 힘센)
- ὄβριμος (강한, 강력한, 힘센)
- ζαμενής (강력한, 전능한, 힘센)
- καρτερόθυμος (강한, 강력한, 힘센)
- καρτερός (강한, 강력한)
- ἐπαλκής (강한, 강력한)
- κρατερός (거친, 강한, 강력한)