ὑπομιμνήσκω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ὑπομιμνήσκω
ὑπομνήσω
ὑπέμνήσα
Structure:
ὑπο
(Prefix)
+
μιμνήσκ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to remind, of, to put, in mind
- to bring back to one's mind, mention, suggest
- to remind one of, to make mention of
- to call to mind, remember
- to make mention
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ὥσπερ γὰρ οἱ τοῦ Φρυγίου αὐλοῦ ἀκούοντεσ οὐ πάντεσ μαίνονται, ἀλλ’ ὁπόσοι αὐτῶν τῇ Ῥέᾳ λαμβάνονται, οὗτοι δὲ πρὸσ τὸ μέλοσ ὑπομιμνήσκονται τοῦ πάθουσ, οὕτω δὴ καὶ φιλοσόφων ἀκούοντεσ οὐ πάντεσ ἔνθεοι καὶ τραυματίαι ἀπίασιν, ἀλλ’ οἷσ ὑπῆν τι ἐν τῇ φύσει φιλοσοφίασ συγγενέσ. (Lucian, Nigrinus, Nigrinou Fiaosofia 37:7)
- ἴσωσ οὖν παρειλήφατε ὑμεῖσ λόγον τινὰ ἀληθῆ καὶ ξυμβουλὴν συμφέρουσαν, ἥντινα ξυνεβούλευσε φιλοσοφία τοῖσ πρότερον Ἕλλησιν, ἣν οἱ τότε μὲν ἠγνόησαν καὶ ἠτίμασαν, οἱ δὲ νῦν ὑπομιμνήσκονται καί μοι προσίασι διὰ τὸ σχῆμα, φιλοσοφίαν τιμῶντεσ ὥσπερ τὴν γλαῦκα ἄφωνον τό γε ἀληθὲσ καὶ ἀπαρρησίαστον οὖσαν. (Dio, Chrysostom, Orationes, 10:2)
- παρὰ δὲ τοῖσ Αἰγυπτίοισ οὐ μυθώδουσ, ἀλλ’ ὁρατῆσ τοῖσ μὲν πονηροῖσ τῆσ κολάσεωσ, τοῖσ δ’ ἀγαθοῖσ τῆσ τιμῆσ οὔσησ, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀμφότεροι τῶν ἑαυτοῖσ προσηκόντων ὑπομιμνήσκονται, καὶ διὰ τούτου τοῦ τρόπου ἡ μεγίστη καὶ συμφορωτάτη διόρθωσισ γίνεται τῶν ἠθῶν. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 1, chapter 93 4:1)
Synonyms
-
to remind
-
to remind one of
-
to call to mind
- διαμνημονεύω (to call to mind, remember)
- μνημονεύω (, to call to mind, remember)
- ἀπομνημονεύω (to remember, call to mind, gave)
- σῴζω ( I keep in mind, remember)
- φυλάσσω ( I keep in mind, remember)
- ἀνασώζω (to preserve in mind, remember)
- μνάομαι (be mindful, remember, come in remembrance.)
- ἀναμιμνήσκω (to remember)
-
to make mention
Derived
- ἀναμιμνήσκω (to remind, of, to remind)
- ἀπομιμνήσκομαι (to remember fully, to recognise, repay)
- ἐπαναμιμνήσκω (to remind, of)
- ἐπιμιμνήσκομαι (to bethink oneself of, to remember, think of)
- μιμνήσκω (, to remind, put in mind)
- παραμιμνήσκομαι (to mention besides, to make mention of, along with)
- συμμιμνήσκομαι (to bear in mind with)