헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προπέμπω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προπέμπω προπέμψω προέπεμψα

형태분석: προ (접두사) + πέμπ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 야기시키다, 유발시키다, 불러일으키다, 빚다
  2. 방출하다, 내뿜다, 생산하다
  3. 나르다, 따르다, 따라가다, 뒤따르다, 수행하다, 출석하다, 운반하다, 잇따르다, 참석하다, 잇다
  4. 뒤쫓다, 추적하다
  1. to send before, send on or forward, to cause
  2. to send forth, to shoot forth
  3. to conduct, attend, escort, to follow, to the grave, to carry, in procession, to let, be attended
  4. to pursue

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπέμπω

(나는) 야기시킨다

προπέμπεις

(너는) 야기시킨다

προπέμπει

(그는) 야기시킨다

쌍수 προπέμπετον

(너희 둘은) 야기시킨다

προπέμπετον

(그 둘은) 야기시킨다

복수 προπέμπομεν

(우리는) 야기시킨다

προπέμπετε

(너희는) 야기시킨다

προπέμπουσιν*

(그들은) 야기시킨다

접속법단수 προπέμπω

(나는) 야기시키자

προπέμπῃς

(너는) 야기시키자

προπέμπῃ

(그는) 야기시키자

쌍수 προπέμπητον

(너희 둘은) 야기시키자

προπέμπητον

(그 둘은) 야기시키자

복수 προπέμπωμεν

(우리는) 야기시키자

προπέμπητε

(너희는) 야기시키자

προπέμπωσιν*

(그들은) 야기시키자

기원법단수 προπέμποιμι

(나는) 야기시키기를 (바라다)

προπέμποις

(너는) 야기시키기를 (바라다)

προπέμποι

(그는) 야기시키기를 (바라다)

쌍수 προπέμποιτον

(너희 둘은) 야기시키기를 (바라다)

προπεμποίτην

(그 둘은) 야기시키기를 (바라다)

복수 προπέμποιμεν

(우리는) 야기시키기를 (바라다)

προπέμποιτε

(너희는) 야기시키기를 (바라다)

προπέμποιεν

(그들은) 야기시키기를 (바라다)

명령법단수 προπέμπε

(너는) 야기시켜라

προπεμπέτω

(그는) 야기시켜라

쌍수 προπέμπετον

(너희 둘은) 야기시켜라

προπεμπέτων

(그 둘은) 야기시켜라

복수 προπέμπετε

(너희는) 야기시켜라

προπεμπόντων, προπεμπέτωσαν

(그들은) 야기시켜라

부정사 προπέμπειν

야기시키는 것

분사 남성여성중성
προπεμπων

προπεμποντος

προπεμπουσα

προπεμπουσης

προπεμπον

προπεμποντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπέμπομαι

(나는) 야기한다

προπέμπει, προπέμπῃ

(너는) 야기한다

προπέμπεται

(그는) 야기한다

쌍수 προπέμπεσθον

(너희 둘은) 야기한다

προπέμπεσθον

(그 둘은) 야기한다

복수 προπεμπόμεθα

(우리는) 야기한다

προπέμπεσθε

(너희는) 야기한다

προπέμπονται

(그들은) 야기한다

접속법단수 προπέμπωμαι

(나는) 야기하자

προπέμπῃ

(너는) 야기하자

προπέμπηται

(그는) 야기하자

쌍수 προπέμπησθον

(너희 둘은) 야기하자

προπέμπησθον

(그 둘은) 야기하자

복수 προπεμπώμεθα

(우리는) 야기하자

προπέμπησθε

(너희는) 야기하자

προπέμπωνται

(그들은) 야기하자

기원법단수 προπεμποίμην

(나는) 야기하기를 (바라다)

προπέμποιο

(너는) 야기하기를 (바라다)

προπέμποιτο

(그는) 야기하기를 (바라다)

쌍수 προπέμποισθον

(너희 둘은) 야기하기를 (바라다)

προπεμποίσθην

(그 둘은) 야기하기를 (바라다)

복수 προπεμποίμεθα

(우리는) 야기하기를 (바라다)

προπέμποισθε

(너희는) 야기하기를 (바라다)

προπέμποιντο

(그들은) 야기하기를 (바라다)

명령법단수 προπέμπου

(너는) 야기해라

προπεμπέσθω

(그는) 야기해라

쌍수 προπέμπεσθον

(너희 둘은) 야기해라

προπεμπέσθων

(그 둘은) 야기해라

복수 προπέμπεσθε

(너희는) 야기해라

προπεμπέσθων, προπεμπέσθωσαν

(그들은) 야기해라

부정사 προπέμπεσθαι

야기하는 것

분사 남성여성중성
προπεμπομενος

προπεμπομενου

προπεμπομενη

προπεμπομενης

προπεμπομενον

προπεμπομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπέμψω

(나는) 야기시키겠다

προπέμψεις

(너는) 야기시키겠다

προπέμψει

(그는) 야기시키겠다

쌍수 προπέμψετον

(너희 둘은) 야기시키겠다

προπέμψετον

(그 둘은) 야기시키겠다

복수 προπέμψομεν

(우리는) 야기시키겠다

προπέμψετε

(너희는) 야기시키겠다

προπέμψουσιν*

(그들은) 야기시키겠다

기원법단수 προπέμψοιμι

(나는) 야기시키겠기를 (바라다)

προπέμψοις

(너는) 야기시키겠기를 (바라다)

προπέμψοι

(그는) 야기시키겠기를 (바라다)

쌍수 προπέμψοιτον

(너희 둘은) 야기시키겠기를 (바라다)

προπεμψοίτην

(그 둘은) 야기시키겠기를 (바라다)

복수 προπέμψοιμεν

(우리는) 야기시키겠기를 (바라다)

προπέμψοιτε

(너희는) 야기시키겠기를 (바라다)

προπέμψοιεν

(그들은) 야기시키겠기를 (바라다)

부정사 προπέμψειν

야기시킬 것

분사 남성여성중성
προπεμψων

προπεμψοντος

προπεμψουσα

προπεμψουσης

προπεμψον

προπεμψοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προπέμψομαι

(나는) 야기하겠다

προπέμψει, προπέμψῃ

(너는) 야기하겠다

προπέμψεται

(그는) 야기하겠다

쌍수 προπέμψεσθον

(너희 둘은) 야기하겠다

προπέμψεσθον

(그 둘은) 야기하겠다

복수 προπεμψόμεθα

(우리는) 야기하겠다

προπέμψεσθε

(너희는) 야기하겠다

προπέμψονται

(그들은) 야기하겠다

기원법단수 προπεμψοίμην

(나는) 야기하겠기를 (바라다)

προπέμψοιο

(너는) 야기하겠기를 (바라다)

προπέμψοιτο

(그는) 야기하겠기를 (바라다)

쌍수 προπέμψοισθον

(너희 둘은) 야기하겠기를 (바라다)

προπεμψοίσθην

(그 둘은) 야기하겠기를 (바라다)

복수 προπεμψοίμεθα

(우리는) 야기하겠기를 (바라다)

προπέμψοισθε

(너희는) 야기하겠기를 (바라다)

προπέμψοιντο

(그들은) 야기하겠기를 (바라다)

부정사 προπέμψεσθαι

야기할 것

분사 남성여성중성
προπεμψομενος

προπεμψομενου

προπεμψομενη

προπεμψομενης

προπεμψομενον

προπεμψομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προέπεμπον

(나는) 야기시키고 있었다

προέπεμπες

(너는) 야기시키고 있었다

προέπεμπεν*

(그는) 야기시키고 있었다

쌍수 προεπέμπετον

(너희 둘은) 야기시키고 있었다

προεπεμπέτην

(그 둘은) 야기시키고 있었다

복수 προεπέμπομεν

(우리는) 야기시키고 있었다

προεπέμπετε

(너희는) 야기시키고 있었다

προέπεμπον

(그들은) 야기시키고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεπεμπόμην

(나는) 야기하고 있었다

προεπέμπου

(너는) 야기하고 있었다

προεπέμπετο

(그는) 야기하고 있었다

쌍수 προεπέμπεσθον

(너희 둘은) 야기하고 있었다

προεπεμπέσθην

(그 둘은) 야기하고 있었다

복수 προεπεμπόμεθα

(우리는) 야기하고 있었다

προεπέμπεσθε

(너희는) 야기하고 있었다

προεπέμποντο

(그들은) 야기하고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προέπεμψα

(나는) 야기시켰다

προέπεμψας

(너는) 야기시켰다

προέπεμψεν*

(그는) 야기시켰다

쌍수 προεπέμψατον

(너희 둘은) 야기시켰다

προεπεμψάτην

(그 둘은) 야기시켰다

복수 προεπέμψαμεν

(우리는) 야기시켰다

προεπέμψατε

(너희는) 야기시켰다

προέπεμψαν

(그들은) 야기시켰다

접속법단수 προπέμψω

(나는) 야기시켰자

προπέμψῃς

(너는) 야기시켰자

προπέμψῃ

(그는) 야기시켰자

쌍수 προπέμψητον

(너희 둘은) 야기시켰자

προπέμψητον

(그 둘은) 야기시켰자

복수 προπέμψωμεν

(우리는) 야기시켰자

προπέμψητε

(너희는) 야기시켰자

προπέμψωσιν*

(그들은) 야기시켰자

기원법단수 προπέμψαιμι

(나는) 야기시켰기를 (바라다)

προπέμψαις

(너는) 야기시켰기를 (바라다)

προπέμψαι

(그는) 야기시켰기를 (바라다)

쌍수 προπέμψαιτον

(너희 둘은) 야기시켰기를 (바라다)

προπεμψαίτην

(그 둘은) 야기시켰기를 (바라다)

복수 προπέμψαιμεν

(우리는) 야기시켰기를 (바라다)

προπέμψαιτε

(너희는) 야기시켰기를 (바라다)

προπέμψαιεν

(그들은) 야기시켰기를 (바라다)

명령법단수 προπέμψον

(너는) 야기시켰어라

προπεμψάτω

(그는) 야기시켰어라

쌍수 προπέμψατον

(너희 둘은) 야기시켰어라

προπεμψάτων

(그 둘은) 야기시켰어라

복수 προπέμψατε

(너희는) 야기시켰어라

προπεμψάντων

(그들은) 야기시켰어라

부정사 προπέμψαι

야기시켰는 것

분사 남성여성중성
προπεμψᾱς

προπεμψαντος

προπεμψᾱσα

προπεμψᾱσης

προπεμψαν

προπεμψαντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεπεμψάμην

(나는) 야기했다

προεπέμψω

(너는) 야기했다

προεπέμψατο

(그는) 야기했다

쌍수 προεπέμψασθον

(너희 둘은) 야기했다

προεπεμψάσθην

(그 둘은) 야기했다

복수 προεπεμψάμεθα

(우리는) 야기했다

προεπέμψασθε

(너희는) 야기했다

προεπέμψαντο

(그들은) 야기했다

접속법단수 προπέμψωμαι

(나는) 야기했자

προπέμψῃ

(너는) 야기했자

προπέμψηται

(그는) 야기했자

쌍수 προπέμψησθον

(너희 둘은) 야기했자

προπέμψησθον

(그 둘은) 야기했자

복수 προπεμψώμεθα

(우리는) 야기했자

προπέμψησθε

(너희는) 야기했자

προπέμψωνται

(그들은) 야기했자

기원법단수 προπεμψαίμην

(나는) 야기했기를 (바라다)

προπέμψαιο

(너는) 야기했기를 (바라다)

προπέμψαιτο

(그는) 야기했기를 (바라다)

쌍수 προπέμψαισθον

(너희 둘은) 야기했기를 (바라다)

προπεμψαίσθην

(그 둘은) 야기했기를 (바라다)

복수 προπεμψαίμεθα

(우리는) 야기했기를 (바라다)

προπέμψαισθε

(너희는) 야기했기를 (바라다)

προπέμψαιντο

(그들은) 야기했기를 (바라다)

명령법단수 προπέμψαι

(너는) 야기했어라

προπεμψάσθω

(그는) 야기했어라

쌍수 προπέμψασθον

(너희 둘은) 야기했어라

προπεμψάσθων

(그 둘은) 야기했어라

복수 προπέμψασθε

(너희는) 야기했어라

προπεμψάσθων

(그들은) 야기했어라

부정사 προπέμψεσθαι

야기했는 것

분사 남성여성중성
προπεμψαμενος

προπεμψαμενου

προπεμψαμενη

προπεμψαμενης

προπεμψαμενον

προπεμψαμενου

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὁ δὲ λογισμὸν ἀστεῖον ἀναλαβὼν καὶ ἄξιον τῆσ ἡλικίασ καὶ τῆσ τοῦ γήρωσ ὑπεροχῆσ καὶ τῆσ ἐπικτήτου καὶ ἐπιφανοῦσ πολιᾶσ καὶ τῆσ ἐκ παιδὸσ καλλίστησ ἀναστροφῆσ, μᾶλλον δὲ τῆσ ἁγίασ καὶ θεοκτίστου νομοθεσίασ ἀκολούθωσ ἀπεφῄνατο, ταχέωσ λέγων προπέμπειν εἰσ τὸν ᾅδην. (Septuagint, Liber Maccabees II 6:23)

    (70인역 성경, Liber Maccabees II 6:23)

  • φαίνετε τοίνυν ὑμεῖσ τούτῳ λαμπάδασ ἱεράσ, χἄμα προπέμπετε τοῖσιν τούτου τοῦτον μέλεσιν καὶ μολπαῖσιν κελαδοῦντεσ. (Aristophanes, Frogs, Exodus, anapests5)

    (아리스토파네스, Frogs, Exodus, anapests5)

  • "ὦ Γάιε, προπέμπω δήμαρχον, ὡσ πρότερον, καὶ νομοθέτην, οὐδ’ ἐπὶ πόλεμον ἔνδοξον, ἵνα μοι καὶ παθών τι τῶν κοινῶν ἀπολίπῃσ τιμώμενον γοῦν πένθοσ, ἀλλὰ τοῖσ Τιβερίου φονεῦσιν ὑποβάλλεισ ἑαυτόν, ἄνοπλον μὲν καλῶσ, ἵνα πάθῃσ τι μᾶλλον ἢ δράσῃσ, πρὸσ οὐδὲν δὲ τοῖσ κοινοῖσ ὄφελοσ ἀπολεῖ. (Plutarch, Caius Gracchus, chapter 15 2:1)

    (플루타르코스, Caius Gracchus, chapter 15 2:1)

  • Μαραθὼν τὴν Μιλτιάδου Νίκην προπέμπει, καὶ Σαλαμὶσ τὴν Θεμιστοκλέουσ, χιλίων σκαφῶν ναυαγίοισ ἐπιβεβηκυῖαν. (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 7 2:2)

    (플루타르코스, De gloria Atheniensium, section 7 2:2)

  • Μαραθὼν τὴν Μιλτιάδου Νίκην προπέμπει, καὶ Σαλαμὶσ τὴν Θεμιστοκλέουσ, χιλίων· (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 7 5:2)

    (플루타르코스, De gloria Atheniensium, section 7 5:2)

유의어

  1. 야기시키다

  2. 방출하다

  3. 나르다

    • ἕπω (따르다, 따라가다, 뒤따르다)
  4. 뒤쫓다

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION