κάθημαι
Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
κάθημαι
κάθημαι
Structure:
Sense
- to be seated
- to be seated in court
- to sit still, sit quietly, sit idly, do nothing
- to lead a sedentary, obscure life
- (of people) to be settled
- (of things) to be set or placed
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- καὶ ἰδὼν Ἰοθὸρ πάντα ὅσα ποιεῖ τῷ λαῷ, λέγει. τί τοῦτο, ὃ σὺ ποιεῖσ τῷ λαῷ̣ διατί σὺ κάθησαι μόνοσ, πᾶσ δὲ ὁ λαὸσ παρέστηκέ σοι ἀπὸ πρωί̈θεν ἕωσ δείλησ̣ (Septuagint, Liber Exodus 18:14)
- γ σύ τε αὐτὸσ ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων κάθησαι διανυκτερεύων αἴθριοσ, (Septuagint, Liber Iob 2:12)
- ὀλίγον μὲν ὑπνοῖσ, ὀλίγον δὲ κάθησαι, μικρὸν δὲ νυστάζεισ, ὀλίγον δὲ ἐναγκαλίζῃ χερσὶ στήθη. (Septuagint, Liber Proverbiorum 6:13)
- ὥστε ἔγωγε πυθόμενοσ ὡσ ἐπὶ τοιαύτῃ θέᾳ σχολάζοισ, οὐκ ᾐδέσθην μόνον ὑπὲρ σοῦ ἀλλὰ καὶ ἠνιάθην εἰ Πλάτωνοσ καὶ Χρυσίππου καὶ Ἀριστοτέλουσ ἐκλαθόμενοσ κάθησαι τὸ ὅμοιον πεπονθὼσ τοῖσ τὰ ὦτα πτερῷ κνωμένοισ, καὶ ταῦτα μυρίων ἄλλων ὄντων ἀκουσμάτων καὶ θεαμάτων σπουδαίων, εἰ τούτων τισ δέοιτο, τῶν κυκλίων αὐλητῶν καὶ τῶν κιθάρᾳ τὰ ἔννομα προσᾳδόντων, καὶ μάλιστα τῆσ σεμνῆσ τραγῳδίασ καὶ τῆσ φαιδροτάτησ κωμῳδίασ, ἅπερ καὶ ἐναγώνια εἶναι ἠξίωται. (Lucian, De saltatione, (no name) 2:2)
- Ἔτι γὰρ Ἀθήνησιν, ὦ μακάριε, εἶναι δοκεῖσ, ὃσ ἀμφὶ Βαβυλῶνα ἐν τῷ πεδίῳ πρὸ τῶν τειχῶν ἐν τοσούτοισ στρατιώταισ κάθησαι περὶ τοῦ πολέμου διασκοπούμενοσ; (Lucian, 60:9)
Synonyms
-
to be seated
-
to be seated in court
-
to be settled
-
to be set or placed
- καθίζω (to set or place)
- ἐφίστημι (, I set or place upon)
- τίθημι (I put, place, set)
- ἐνίστημι (to put, set, place in)
- ἐπιπροιάλλω (to set out or place before)
- θράω (to set)
- ἀνάκειμαι (to be set up)
- ἵζω ( I set up)
- ἐπισίζω (to set on)
- ἐπιρρύζω (to set, on)
- καταχωρίζω (to set in a place, place in position, to take up a position)
- ἐπίκειμαι (to be placed in or on)
- προτίθημι (to place or set before, set out, to have set before one)
- διίστημι (to set apart, to place separately, separate)