Ancient Greek-English Dictionary Language

γνωρίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: γνωρίζω γνωριῶ ἐγνώρισα ἐγνώρικα ἐγνώρισμαι ἐγνωρίσθην

Structure: γνωρίζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: gignw/skw

Sense

  1. make known (in passive: become known)
  2. learn, discover

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γνωρίζω γνωρίζεις γνωρίζει
Dual γνωρίζετον γνωρίζετον
Plural γνωρίζομεν γνωρίζετε γνωρίζουσιν*
SubjunctiveSingular γνωρίζω γνωρίζῃς γνωρίζῃ
Dual γνωρίζητον γνωρίζητον
Plural γνωρίζωμεν γνωρίζητε γνωρίζωσιν*
OptativeSingular γνωρίζοιμι γνωρίζοις γνωρίζοι
Dual γνωρίζοιτον γνωριζοίτην
Plural γνωρίζοιμεν γνωρίζοιτε γνωρίζοιεν
ImperativeSingular γνώριζε γνωριζέτω
Dual γνωρίζετον γνωριζέτων
Plural γνωρίζετε γνωριζόντων, γνωριζέτωσαν
Infinitive γνωρίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωριζων γνωριζοντος γνωριζουσα γνωριζουσης γνωριζον γνωριζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γνωρίζομαι γνωρίζει, γνωρίζῃ γνωρίζεται
Dual γνωρίζεσθον γνωρίζεσθον
Plural γνωριζόμεθα γνωρίζεσθε γνωρίζονται
SubjunctiveSingular γνωρίζωμαι γνωρίζῃ γνωρίζηται
Dual γνωρίζησθον γνωρίζησθον
Plural γνωριζώμεθα γνωρίζησθε γνωρίζωνται
OptativeSingular γνωριζοίμην γνωρίζοιο γνωρίζοιτο
Dual γνωρίζοισθον γνωριζοίσθην
Plural γνωριζοίμεθα γνωρίζοισθε γνωρίζοιντο
ImperativeSingular γνωρίζου γνωριζέσθω
Dual γνωρίζεσθον γνωριζέσθων
Plural γνωρίζεσθε γνωριζέσθων, γνωριζέσθωσαν
Infinitive γνωρίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωριζομενος γνωριζομενου γνωριζομενη γνωριζομενης γνωριζομενον γνωριζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γνωρίω γνωρίεις γνωρίει
Dual γνωρίειτον γνωρίειτον
Plural γνωρίουμεν γνωρίειτε γνωρίουσιν*
OptativeSingular γνωρίοιμι γνωρίοις γνωρίοι
Dual γνωρίοιτον γνωριοίτην
Plural γνωρίοιμεν γνωρίοιτε γνωρίοιεν
Infinitive γνωρίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωριων γνωριουντος γνωριουσα γνωριουσης γνωριουν γνωριουντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γνωρίουμαι γνωρίει, γνωρίῃ γνωρίειται
Dual γνωρίεισθον γνωρίεισθον
Plural γνωριοῦμεθα γνωρίεισθε γνωρίουνται
OptativeSingular γνωριοίμην γνωρίοιο γνωρίοιτο
Dual γνωρίοισθον γνωριοίσθην
Plural γνωριοίμεθα γνωρίοισθε γνωρίοιντο
Infinitive γνωρίεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωριουμενος γνωριουμενου γνωριουμενη γνωριουμενης γνωριουμενον γνωριουμενου
Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γνωρισθήσομαι γνωρισθήσῃ γνωρισθήσεται
Dual γνωρισθήσεσθον γνωρισθήσεσθον
Plural γνωρισθησόμεθα γνωρισθήσεσθε γνωρισθήσονται
OptativeSingular γνωρισθησοίμην γνωρισθήσοιο γνωρισθήσοιτο
Dual γνωρισθήσοισθον γνωρισθησοίσθην
Plural γνωρισθησοίμεθα γνωρισθήσοισθε γνωρισθήσοιντο
Infinitive γνωρισθήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωρισθησομενος γνωρισθησομενου γνωρισθησομενη γνωρισθησομενης γνωρισθησομενον γνωρισθησομενου

Imperfect tense

Aorist tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγνώρισα ἐγνώρισας ἐγνώρισεν*
Dual ἐγνωρίσατον ἐγνωρισάτην
Plural ἐγνωρίσαμεν ἐγνωρίσατε ἐγνώρισαν
SubjunctiveSingular γνωρίσω γνωρίσῃς γνωρίσῃ
Dual γνωρίσητον γνωρίσητον
Plural γνωρίσωμεν γνωρίσητε γνωρίσωσιν*
OptativeSingular γνωρίσαιμι γνωρίσαις γνωρίσαι
Dual γνωρίσαιτον γνωρισαίτην
Plural γνωρίσαιμεν γνωρίσαιτε γνωρίσαιεν
ImperativeSingular γνώρισον γνωρισάτω
Dual γνωρίσατον γνωρισάτων
Plural γνωρίσατε γνωρισάντων
Infinitive γνωρίσαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωρισᾱς γνωρισαντος γνωρισᾱσα γνωρισᾱσης γνωρισαν γνωρισαντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγνωρισάμην ἐγνωρίσω ἐγνωρίσατο
Dual ἐγνωρίσασθον ἐγνωρισάσθην
Plural ἐγνωρισάμεθα ἐγνωρίσασθε ἐγνωρίσαντο
SubjunctiveSingular γνωρίσωμαι γνωρίσῃ γνωρίσηται
Dual γνωρίσησθον γνωρίσησθον
Plural γνωρισώμεθα γνωρίσησθε γνωρίσωνται
OptativeSingular γνωρισαίμην γνωρίσαιο γνωρίσαιτο
Dual γνωρίσαισθον γνωρισαίσθην
Plural γνωρισαίμεθα γνωρίσαισθε γνωρίσαιντο
ImperativeSingular γνώρισαι γνωρισάσθω
Dual γνωρίσασθον γνωρισάσθων
Plural γνωρίσασθε γνωρισάσθων
Infinitive γνωρίσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωρισαμενος γνωρισαμενου γνωρισαμενη γνωρισαμενης γνωρισαμενον γνωρισαμενου
Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγνωρίσθην ἐγνωρίσθης ἐγνωρίσθη
Dual ἐγνωρίσθητον ἐγνωρισθήτην
Plural ἐγνωρίσθημεν ἐγνωρίσθητε ἐγνωρίσθησαν
SubjunctiveSingular γνωρίσθω γνωρίσθῃς γνωρίσθῃ
Dual γνωρίσθητον γνωρίσθητον
Plural γνωρίσθωμεν γνωρίσθητε γνωρίσθωσιν*
OptativeSingular γνωρισθείην γνωρισθείης γνωρισθείη
Dual γνωρισθείητον γνωρισθειήτην
Plural γνωρισθείημεν γνωρισθείητε γνωρισθείησαν
ImperativeSingular γνωρίσθητι γνωρισθήτω
Dual γνωρίσθητον γνωρισθήτων
Plural γνωρίσθητε γνωρισθέντων
Infinitive γνωρισθῆναι
Participle MasculineFeminineNeuter
γνωρισθεις γνωρισθεντος γνωρισθεισα γνωρισθεισης γνωρισθεν γνωρισθεντος

Perfect tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγνώρικα ἐγνώρικας ἐγνώρικεν*
Dual ἐγνωρίκατον ἐγνωρίκατον
Plural ἐγνωρίκαμεν ἐγνωρίκατε ἐγνωρίκᾱσιν*
SubjunctiveSingular ἐγνωρίκω ἐγνωρίκῃς ἐγνωρίκῃ
Dual ἐγνωρίκητον ἐγνωρίκητον
Plural ἐγνωρίκωμεν ἐγνωρίκητε ἐγνωρίκωσιν*
OptativeSingular ἐγνωρίκοιμι ἐγνωρίκοις ἐγνωρίκοι
Dual ἐγνωρίκοιτον ἐγνωρικοίτην
Plural ἐγνωρίκοιμεν ἐγνωρίκοιτε ἐγνωρίκοιεν
ImperativeSingular ἐγνώρικε ἐγνωρικέτω
Dual ἐγνωρίκετον ἐγνωρικέτων
Plural ἐγνωρίκετε ἐγνωρικόντων
Infinitive ἐγνωρικέναι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐγνωρικως ἐγνωρικοντος ἐγνωρικυῑα ἐγνωρικυῑᾱς ἐγνωρικον ἐγνωρικοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγνώρισμαι ἐγνώρισαι ἐγνώρισται
Dual ἐγνώρισθον ἐγνώρισθον
Plural ἐγνωρίσμεθα ἐγνώρισθε ἐγνωρίσαται
ImperativeSingular ἐγνώρισο ἐγνωρίσθω
Dual ἐγνώρισθον ἐγνωρίσθων
Plural ἐγνώρισθε ἐγνωρίσθων
Infinitive ἐγνώρισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐγνωρισμενος ἐγνωρισμενου ἐγνωρισμενη ἐγνωρισμενης ἐγνωρισμενον ἐγνωρισμενου

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἵνα γὰρ τὰ κοινὰ ἐάσασ τἀμὰ εἴπω, τοσούτουσ Ἀθηναίων εἰσ ὕψοσ ἄρασ καὶ πλουσίουσ ἐκ πενεστάτων ἀποφήνασ καὶ πᾶσι τοῖσ δεομένοισ ἐπικουρήσασ, μᾶλλον δὲ ἀθρόον εἰσ εὐεργεσίαν τῶν φίλων ἐκχέασ τὸν πλοῦτον, ἐπειδὴ πένησ διὰ ταῦτα ἐγενόμην, οὐκέτι οὐδὲ γνωρίζομαι πρὸσ αὐτῶν οὐδὲ προσβλέπουσιν οἱ τέωσ ὑποπτήσσοντεσ καὶ προσκυνοῦντεσ κἀκ τοῦ ἐμοῦ νεύματοσ ἀπηρτημένοι, ἀλλ’ ἤν που καὶ ὁδῷ βαδίζων ἐντύχω τινὶ αὐτῶν, ὥσπερ τινὰ στήλην παλαιοῦ νεκροῦ ὑπτίαν ὑπὸ τοῦ χρόνου ἀνατετραμμένην παρέρχονται μηδὲ ἀναγνόντεσ. (Lucian, Timon, (no name) 5:1)

Synonyms

  1. make known

  2. learn

Derived

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION