Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑπακούω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑπακούω ὑπακούσομαι

Structure: ὑπ (Prefix) + ἀκού (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. (absolute) to listen, hearken, give ear
  2. to make answer when called
  3. (with the genitive of object) to listen or hearken to, give ear to, attend to

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑπακούω ὑπακούεις ὑπακούει
Dual ὑπακούετον ὑπακούετον
Plural ὑπακούομεν ὑπακούετε ὑπακούουσιν*
SubjunctiveSingular ὑπακούω ὑπακούῃς ὑπακούῃ
Dual ὑπακούητον ὑπακούητον
Plural ὑπακούωμεν ὑπακούητε ὑπακούωσιν*
OptativeSingular ὑπακούοιμι ὑπακούοις ὑπακούοι
Dual ὑπακούοιτον ὑπακουοίτην
Plural ὑπακούοιμεν ὑπακούοιτε ὑπακούοιεν
ImperativeSingular ὑπάκουε ὑπακουέτω
Dual ὑπακούετον ὑπακουέτων
Plural ὑπακούετε ὑπακουόντων, ὑπακουέτωσαν
Infinitive ὑπακούειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑπακουων ὑπακουοντος ὑπακουουσα ὑπακουουσης ὑπακουον ὑπακουοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑπακούομαι ὑπακούει, ὑπακούῃ ὑπακούεται
Dual ὑπακούεσθον ὑπακούεσθον
Plural ὑπακουόμεθα ὑπακούεσθε ὑπακούονται
SubjunctiveSingular ὑπακούωμαι ὑπακούῃ ὑπακούηται
Dual ὑπακούησθον ὑπακούησθον
Plural ὑπακουώμεθα ὑπακούησθε ὑπακούωνται
OptativeSingular ὑπακουοίμην ὑπακούοιο ὑπακούοιτο
Dual ὑπακούοισθον ὑπακουοίσθην
Plural ὑπακουοίμεθα ὑπακούοισθε ὑπακούοιντο
ImperativeSingular ὑπακούου ὑπακουέσθω
Dual ὑπακούεσθον ὑπακουέσθων
Plural ὑπακούεσθε ὑπακουέσθων, ὑπακουέσθωσαν
Infinitive ὑπακούεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑπακουομενος ὑπακουομενου ὑπακουομενη ὑπακουομενης ὑπακουομενον ὑπακουομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἐὰν γὰρ βούληται κριθῆναι αὐτῷ, οὐ μὴ ὑπακούσῃ αὐτῷ, ἵνα μὴ ἀντείπῃ πρὸσ ἕνα λόγον αὐτοῦ ἐκ χιλίων. (Septuagint, Liber Iob 9:3)
  • ἐάν τε καλέσω καὶ μὴ ὑπακούσῃ, οὐ πιστεύω ὅτι εἰσακήκοέ μου τῆσ φωνῆσ. (Septuagint, Liber Iob 9:16)
  • ΣΥ τὴν σοφίαν κηρύξεισ, ἵνα φρόνησίσ σοι ὑπακούσῃ. (Septuagint, Liber Proverbiorum 8:1)
  • οὐ μὴ ὑπακούσῃ ὁ κακὸσ αὐτῇ, οὐδὲ μὴ εἴπῃ καίριόν τι καὶ καλὸν τῷ κοινῷ. (Septuagint, Liber Proverbiorum 15:24)
  • ἀρχεῖα δὲ αὐτοῖσ ἐν μέσῃ τῇ πόλει πεποίηται, ἔνθα ὁ ἄρχων αὐτῶν διὰ νυκτὸσ ὅλησ κάθηται ὀνομαστὶ καλῶν ἕκαστον ὃσ δ’ ἂν μὴ ὑπακούσῃ, καταδικάζεται ἀποθανεῖν ὡσ λιπὼν τὴν τάξιν ὁ δὲ θάνατόσ ἐστι σβεσθῆναι. (Lucian, Verae Historiae, book 1 29:6)

Synonyms

  1. to listen

  2. to make answer when called

  3. to listen or hearken to

Derived

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION