οἴχομαι
Non-contract Verb;
이상동사
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
οἴχομαι
Structure:
οί̓χ
(Stem)
+
ομαι
(Ending)
Sense
- to be gone, to have gone, abire), to have come, to go or come, and gone, and gone, he's, to have escaped from
- to be gone hence, departed, dead, absent or away, the absent
- to be undone, ruined
- to rush, sweep along
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- τούτων δὲ ἡ ἄγνοια μὲν κάτω συναναμέμικται αὐτοῖσ καὶ συμπολιτεύεται, καὶ νὴ Δία καὶ τὸ μῖσοσ καὶ ὀργὴ καὶ ζηλοτυπία καὶ ἀμαθία καὶ ἀπορία καὶ φιλαργυρία, ὁ φόβοσ δὲ καὶ αἱ ἐλπίδεσ ὑπεράνω πετόμενοι ὁ μὲν ἐμπίπτων ἐκπλήττει ἐνίοτε καὶ ὑποπτήσσειν ποιεῖ, αἱ δ’ ἐλπίδεσ ὑπὲρ κεφαλῆσ αἰωρούμεναι, ὁπόταν μάλιστα οἰήταί τισ ἐπιλήψεσθαι αὐτῶν, ἀναπτάμεναι οἴχονται κεχηνότασ αὐτοὺσ ἀπολιποῦσαι, ὅπερ καὶ τὸν Τάνταλον κάτω πάσχοντα ὁρᾷσ ὑπὸ τοῦ ὕδατοσ. (Lucian, Contemplantes, (no name) 15:6)
- καὶ καταγινώσκειν αὐτῶν ἐκείνων ἄξιον, ὅτι μὴ μεταξὺ ἀναστάντεσ οἴχονται ὅλον ὑμῖν τὸ συμπόσιον καταλιπόντεσ. (Lucian, Saturnalia, letter 3 2:3)
- πόσον χρόνον δὲ μητρὸσ οἴχονται πνοαί; (Euripides, episode, iambic 3:48)
- τὴν δὴ τοσαύτην εὔνοιαν αὐτῶν καὶ τὴν ἐν τοῖσ δεινοῖσ κοινωνίαν καὶ τὸ πιστὸν καὶ φιλέταιρον καὶ τὸ ἀληθὲσ καὶ βέβαιον τοῦ πρὸσ ἀλλήλουσ ἔρωτοσ, οὐκ ἀνθρώπινα ταῦτα ᾠήθημεν εἶναι, ἀλλά τινοσ γνώμησ βελτίονοσ ἢ κατὰ τοὺσ πολλοὺσ τούτουσ ἀνθρώπουσ, οἳ μέχρι μὲν κατ’ οὖρον ὁ πλοῦσ εἰή τοῖσ φίλοισ,^ ἀγανακτοῦσιν εἰ μὴ ἐπ’ ἴσησ κοινωνήσουσιν τῶν ἡδέων, εἰ δέ τι καὶ μικρὸν ^ ἀντιπνεύσειεν ^ αὐτοῖσ, οἴχονται μόνουσ τοῖσ κινδύνοισ ἀπολιπόντεσ. (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 7:1)
- καὶ ὁπόταν ὑμῖν οἱ τραγῳδοὶ τὰσ τοιαύτασ φιλίασ ἐπὶ τὴν σκηνὴν ἀναβιβάσαντεσ δεικνύωσιν ἐπαινεῖτε καὶ ἐπικροτεῖτε καὶ κινδυνεύουσιν αὐτοῖσ ὑπὲρ ἀλλήλων οἱ πολλοὶ καὶ ἐπιδακρύετε, αὐτοὶ δὲ οὐδὲν ἄξιον ἐπαίνου ὑπὲρ τῶν φίλων παρέχεσθαι τολμᾶτε, ἀλλ’ ἤν του φίλοσ δεηθεὶσ τύχῃ, αὐτίκα μάλα ὥσπερ τὰ ὀνείρατα οἴχονται ὑμῖν ἐκποδὼν ἀποπτάμεναι αἱ πολλαὶ ἐκεῖναι τραγῳδίαι, τοῖσ κενοῖσ τούτοισ καὶ κωφοῖσ προσωπείοισ ἐοικότασ ὑμᾶσ ἀπολιποῦσαι, ἃ διηρμένα ^ τὸ στόμα καὶ παμμέγεθεσ κεχηνότα οὐδὲ τὸ σμικρότατον φθέγγεται. (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 9:6)
Synonyms
-
to be gone
- καθήκω (to have come or gone down)
-
to be gone hence
-
to be undone
- ὄλλυμι (to be ruined, undone)
- ὄλλυμι (to have perished, to be undone, ruined)
-
to rush
Derived
- ἀποίχομαι (to be gone away, to be far from, to be gone)
- διοίχομαι (to be quite gone by, to be clean gone, to have perished)
- ἐξοίχομαι (to have gone out, to be quite gone)
- ἐποίχομαι (to go towards, approach, to approach with hostile)
- κατοίχομαι (to have gone down, the departed, dead)
- μετοίχομαι (to have gone after, to have gone in quest of, to seek for)
- παροίχομαι (to have passed by, he passed on, went on his way)
- προοίχομαι (to have gone on before)
- προσοίχομαι (to have gone to)