헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

φθάνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: φθάνω

형태분석: φθάν (어간) + ω (인칭어미)

어원: fqanw always in attic; fqa_nw twice in Il.

  1. 기대하다, 고대하다, 예상하다, 기다리다, 추월하다, 따라잡다
  2. ~에 접촉해 있다, ~주변을 돌아다니다, 첫째가다, ~로 이루어져 있다, 규제하다, ~로 구성되다, 쏟다, 제한하다, 미리 보다, 튀어 들어가다, 아래로 붓다, 먼저 보다, 뛰어오르다, 뿌리다
  3. ~주변을 돌아다니다, 막다, 예방하다
  1. to come or do first or before
  2. to be beforehand with, overtake, outstrip, anticipate, to be overtaken
  3. to come first, the first comer, to come or arrive first
  4. in which one outstrips, is beforehand, was beforehand with, in, quicker, sooner, first, before, beforehand, first, first, am the first, before
  5. before, before
  6. escapes, first, is first
  7. no sooner, no sooner, when
  8. not be too quick, make haste and, quickly
  9. be too quick

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 φθάνω

φθάνεις

φθάνει

쌍수 φθάνετον

φθάνετον

복수 φθάνομεν

φθάνετε

φθάνουσιν*

접속법단수 φθάνω

φθάνῃς

φθάνῃ

쌍수 φθάνητον

φθάνητον

복수 φθάνωμεν

φθάνητε

φθάνωσιν*

기원법단수 φθάνοιμι

φθάνοις

φθάνοι

쌍수 φθάνοιτον

φθανοίτην

복수 φθάνοιμεν

φθάνοιτε

φθάνοιεν

명령법단수 φθάνε

φθανέτω

쌍수 φθάνετον

φθανέτων

복수 φθάνετε

φθανόντων, φθανέτωσαν

부정사 φθάνειν

분사 남성여성중성
φθανων

φθανοντος

φθανουσα

φθανουσης

φθανον

φθανοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 φθάνομαι

φθάνει, φθάνῃ

φθάνεται

쌍수 φθάνεσθον

φθάνεσθον

복수 φθανόμεθα

φθάνεσθε

φθάνονται

접속법단수 φθάνωμαι

φθάνῃ

φθάνηται

쌍수 φθάνησθον

φθάνησθον

복수 φθανώμεθα

φθάνησθε

φθάνωνται

기원법단수 φθανοίμην

φθάνοιο

φθάνοιτο

쌍수 φθάνοισθον

φθανοίσθην

복수 φθανοίμεθα

φθάνοισθε

φθάνοιντο

명령법단수 φθάνου

φθανέσθω

쌍수 φθάνεσθον

φθανέσθων

복수 φθάνεσθε

φθανέσθων, φθανέσθωσαν

부정사 φθάνεσθαι

분사 남성여성중성
φθανομενος

φθανομενου

φθανομενη

φθανομενης

φθανομενον

φθανομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔπειτα ἐπιστρέψασ, Εἰ οὖν, ἔφη, δοκεῖ ταῦτα οὕτωσ, οὐκ ἂν φθάνοιμεν ἅπαντεσ τὰ κοινὰ διαρπάσαντεσ, οἱ μὲν τὰ χρήματα τῆσ πόλεωσ, ὥσπερ ἀμέλει καὶ νῦν ποιοῦσί τινεσ, οἱ δὲ τὴν χώραν κατανειμάμενοι μὴ πείσαντεσ ὑμᾶσ, ἐὰν ἐπιτρέψητε τοῖσ θηρίοισ τούτοισ προῖκα ἔχειν πλέον ἢ χίλια πλέθρα γῆσ τῆσ ἀρίστησ, ὅθεν ὑμῖν ἔστι τρεῖσ χοίνικασ Ἀττικὰσ σίτου λαμβάνειν κατ’ ἄνδρα. (Dio, Chrysostom, Orationes, 35:4)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 35:4)

  • εἰ δ’ ὡσ φίλῳ Βρούτου μὴ συγγνῶναι νομίζοιμεν, οὐκ ἂν φθάνοιμεν ὀλίγου δεῖν ἅπασι χαλεπαίνοντεσ; (Appian, The Civil Wars, book 5, chapter 7 3:5)

    (아피아노스, The Civil Wars, book 5, chapter 7 3:5)

  • καὶ μὴν εἰ τῶν πραγμάτων ἐκεῖνα πλείονοσ ἄξια καὶ τούτοισ ἐπαίνων διαφερόντωσ προσῆκεν ὧν ἡγεμόνεσ θεοὶ, οὐκ ἂν φθάνοιμεν εὖ ἴσθι τὸ λειτουργεῖν ὅτου τισ ἂν εἴποι μεῖζον τιθέντεσ. (Aristides, Aelius, Orationes, 11:10)

    (아리스티데스, 아일리오스, 연설, 11:10)

  • εἰ δὲ τὸ τῆσ ἁπάντων εὐνοίασ ἐκπεσεῖν καὶ πονηρὰν ἀντὶ χρηστῆσ δόξαν λαβεῖν πολλῷ χαλεπώτερον τοῦ δωρεῶν ὡντινωνοῦν ἐστερῆσθαι, πρῶτον μὲν οὐκ ἂν φθάνοιμεν ἡμᾶσ αὐτοὺσ μᾶλλον ἢ τοὺσ εὐεργέτασ δι’ ὧν ἀφαιρούμεθα ζημιοῦντεσ· (Aristides, Aelius, Orationes, 73:1)

    (아리스티데스, 아일리오스, 연설, 73:1)

유의어

  1. to come or do first or before

  2. 기대하다

  3. to come first

  4. ~주변을 돌아다니다

  5. escapes

  6. not be too quick

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION