Ancient Greek-English Dictionary Language

συγχέω

ε-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγχέω

Structure: συγ (Prefix) + χέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to pour together, commingle, confound, to be in confusion
  2. to make ruinous, destroy, obliterate, demolish
  3. to confound, trouble
  4. to confound, make of none effect, frustrate

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σύγχω σύγχεις σύγχει
Dual σύγχειτον σύγχειτον
Plural σύγχουμεν σύγχειτε σύγχουσιν*
SubjunctiveSingular σύγχω σύγχῃς σύγχῃ
Dual σύγχητον σύγχητον
Plural σύγχωμεν σύγχητε σύγχωσιν*
OptativeSingular σύγχοιμι σύγχοις σύγχοι
Dual σύγχοιτον συγχοίτην
Plural σύγχοιμεν σύγχοιτε σύγχοιεν
ImperativeSingular σύγχει συγχεῖτω
Dual σύγχειτον συγχεῖτων
Plural σύγχειτε συγχοῦντων, συγχεῖτωσαν
Infinitive σύγχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγχων συγχουντος συγχουσα συγχουσης συγχουν συγχουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σύγχουμαι σύγχει, σύγχῃ σύγχειται
Dual σύγχεισθον σύγχεισθον
Plural συγχοῦμεθα σύγχεισθε σύγχουνται
SubjunctiveSingular σύγχωμαι σύγχῃ σύγχηται
Dual σύγχησθον σύγχησθον
Plural συγχώμεθα σύγχησθε σύγχωνται
OptativeSingular συγχοίμην σύγχοιο σύγχοιτο
Dual σύγχοισθον συγχοίσθην
Plural συγχοίμεθα σύγχοισθε σύγχοιντο
ImperativeSingular σύγχου συγχεῖσθω
Dual σύγχεισθον συγχεῖσθων
Plural σύγχεισθε συγχεῖσθων, συγχεῖσθωσαν
Infinitive σύγχεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγχουμενος συγχουμενου συγχουμενη συγχουμενης συγχουμενον συγχουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to make ruinous

  2. to confound

Related

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION