παλαιός
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
παλαιός
παλαιά
παλαιόν
Structure:
παλαι
(Stem)
+
ος
(Ending)
Sense
- old, aged
- ancient, of times past
- time-honoured, venerable
- antiquated, outdated
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆσ νυκτὸσ καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡσ υἱὸσ ἀνθρώπου ἐρχόμενοσ ἦν καὶ ἕωσ τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη. (Septuagint, Prophetia Danielis 7:13)
- ἐν λιμῷ γενομένοισ, ἐκείνοισ δὲ ὑπάρχοντοσ σίτου παλαιοῦ, ἐψηφίσαντο τῇ πόλει παραδοῦναι τοὺσ ἰδιώτασ τὸν σῖτον τῆσ τεταγμένησ τιμῆσ, ὑπολειπόμενον ἕκαστον ἐνιαυτοῦ τροφήν· (Aristotle, Economics, Book 2 60:4)
- νόμου ὄντοσ ἐν Βαβυλωνίᾳ παλαιοῦ δεκάτην εἶναι τῶν εἰσαγομένων, χρωμένου δὲ αὐτῷ οὐθενόσ, τηρήσασ τούσ τε σατράπασ ἅπαντασ προσδοκίμουσ ὄντασ καὶ στρατιώτασ, οὐκ ὀλίγουσ τε πρέσβεισ καὶ τεχνίτασ κλητοὺσ ἄλλουσ τοὺσ ἄγοντασ καὶ ἰδίᾳ ἀποδημοῦντασ, καὶ δῶρα πολλὰ ἀναγόμενα, τὴν δεκάτην ἔπρασσε κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον. (Aristotle, Economics, Book 2 124:2)
- καὶ μὴν ἐξ ἐκείνου μὲν τοῦ παλαιοῦ ἔθουσ, τοῦ ἀνέδην καὶ πᾶσιν ἐξεῖναι, ὁρᾶτε ὅσων ἀγαθῶν ἐμπέπλησται τὸ ἱερόν, ἁπάντων ἀνατιθέντων καὶ ὑπὲρ τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν ἐνίων δωρουμένων τὸν θεόν. (Lucian, Phalaris, book 2 12:4)
- ῥᾳδίωσ γὰρ ᾤμην διαλαθεῖν ἅτε ἐξ ἡμισείασ ὢν ἀετόσ, τὸν δὲ ἀετὸν ἠπιστάμην ἐκ παλαιοῦ συνήθη τῷ Διί· (Lucian, Icaromenippus, (no name) 22:3)
- [ὐναῖσ ἐδ]άμησαν ἀριγνώτοισ π[α]λαι[οῦ παῖδεσ αἰ]δ̣ (Bacchylides, , epinicians, ode 9 8:1)
Synonyms
-
old
- γηραιός (aged, in old age)
- γηροκόμος (tending old age)
- δηναιός (old, aged, ancient)
- τηλίκος (of such an age, so old or so young, so young)
- αἰώνιος (For an age)
- γηροβοσκός (feeding or tending in old age)
- ὑπέργηρως (exceeding old, of extreme age, extreme old age)
- πρέσβυς (elderly, aged, old man)
- ὀψίγονος (late-born, born in one's old age)
- ἡλίκος (as old as)
- πρεσβυτικός (like an old man, elderly, of age)
-
ancient