- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

νυκτέλιος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: nyktelios

Principal Part: νυκτέλιος νυκτέλιον

Structure: νυκτελι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: νύξ

Sense

  1. nightly, his nightly festivals

Examples

  • "Διόνυσον δὲ καὶ Ζαγρέα καὶ Νυκτέλιον καὶ Ἰσοδαίτην αὐτὸν ὀνομάζουσι, καὶ φθοράς τινας καὶ ἀφανισμοὺς οἱ τὰς ἀποβιώσεις καὶ παλιγγενεσίας, οἰκεῖα ταῖς εἰρημέναις μεταβολαῖς αἰνίγματα καὶ μυθεύματα περαίνουσι: (Plutarch, De E apud Delphos, section 95)
  • ὀργισθεὶς ὁ Ποίμανδρος ὡρ´μησε λίθον ἐμβαλεῖν αὐτῷ μέγαν, ὃς ἦν αὐτόθι κεκρυμμένος ἐκ παλαιοῦ, νυκτελίοις ἱεροῖς ἀποκείμενος: (Plutarch, Quaestiones Graecae, section 37 2:1)
  • ὀργισθεὶς ὁ Ποίμανδρος ὡρ´μησε λίθον ἐμβαλεῖν αὐτῷ μέγαν, ὃς ἦν αὐτόθι κεκρυμμένος ἐκ παλαιοῦ, νυκτελίοις ἱεροῖς ἐπικείμενος: (Plutarch, Quaestiones Graecae, section 37 2:2)
  • Ἀγριωνίοις δὲ καὶ Νυκτελίοις, ὧν τὰ πολλὰ διὰ σκότους δρᾶται, πάρεστιν. (Plutarch, Quaestiones Romanae, section 112 3:3)
  • Ἀγριωνίοις δὲ καὶ Νυκτελίοις, ὧν τὰ πολλὰ διὰ σκότους δρᾶται, πάρεστιν: (Plutarch, Quaestiones Romanae, section 112 5:1)

Synonyms

  1. nightly

Related

명사

형용사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION