Ancient Greek-English Dictionary Language

νυκτερήσιος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: νυκτερήσιος νυκτερήσιον

Structure: νυκτερησι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: nu/kteros

Sense

  1. nightly

Examples

  • ὀλίγουσ δὲ καὶ τῶν ἐμοὶ δοθέντων ἄκουσον ἐρομένου γάρ μου εἰ φαλακρόσ ἐστιν Ἀλέξανδροσ, καὶ κατασημηναμένου περιέργωσ καὶ προφανῶσ ὑπογράφεται χρησμὸσ νυκτερήσιοσ, Σαβαρδαλαχου μαλαχααττηαλοσ ἦν. (Lucian, Alexander, (no name) 53:1)
  • ἐκ τοῦ σκότου τε τῶν τε νυκτερησίων φίλτρων μεγίστη γίγνεται βροτοῖσ χάρισ. (Euripides, Hecuba, episode, iambics 5:5)

Synonyms

  1. nightly

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION