Ancient Greek-English Dictionary Language

εἰκαστής

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: εἰκαστής εἰκαστές

Structure: εἰκαστη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ei)ka/zw

Sense

  1. one who conjectures, a diviner

Examples

  • οἰκείᾳ γὰρ ξυνέσει, καὶ οὔτε προμαθὼν εἰσ αὐτὴν οὐθὲν οὔτ’ ἐπιμαθὼν τῶν τε παραχρῆμα δι’ ἐλαχίστησ βουλῆσ κράτιστοσ γνώμων καὶ τῶν μελλόντων ἐπὶ πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστοσ εἰκαστήσ· (Dionysius of Halicarnassus, De Thucydidis idiomatibus (epistula ad Ammaeum), chapter 16 1:4)
  • καὶ γὰρ τοῦ εἰκότοσ ἄριστοσ ὁ ἀνὴρ εἰκαστὴσ καὶ τοῦ παραδείγματοσ, πῇ τε ὅμοιον εἶναι πέφυκε καὶ πῇ διαφέρον, ἀκριβέστατοσ κριτὴσ τά τε σημεῖα διελεῖν τὰ παρεπόμενα τοῖσ πράγμασι καὶ εἰσ τεκμηρίων δόξαν ἀγαγεῖν δυνατώτατοσ. (Dionysius of Halicarnassus, chapter 193)
  • ἐπεὶ δ’ ἡ Οὐαλερίου γνώμη νικᾷ, συνενέγκειε μὲν ταῦτα ὑμῖν, καὶ γενοίμην ἐγὼ κακὸσ εἰκαστὴσ τῶν ἐσομένων. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 7, chapter 57 3:1)
  • καὶ ᾤχοντό τινεσ προσκοποῦντεσ τὸ γινόμενον καὶ ᾗ τάχοσ παρελθόντεσ, "καὶ οὔτε αὐτὸσ ψεύδῃ σαφὴσ εἰκαστὴσ εἶναι τῶν πρασσομένων τοῖσ πολεμίοισ οὔτε ἐκεῖνοι πλειόνωσ ἐπιτρέψειν ἤμελλον ἡμῖν ὑβριεῖν. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 18 380:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION