παλαιός
First/Second declension Adjective;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
παλαιός
παλαιά
παλαιόν
Structure:
παλαι
(Stem)
+
ος
(Ending)
Sense
- old, aged
- ancient, of times past
- time-honoured, venerable
- antiquated, outdated
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- χρυσοῦ παλαιαὶ Πριαμιδῶν κατώρυχεσ. (Euripides, Hecuba, episode 1:21)
- αἳ δ’ ἀποβαλοῦσαι θαλερὸν ὀμμάτων ὕπνον ἀνῇξαν ὀρθαί, θαῦμ’ ἰδεῖν εὐκοσμίασ, νέαι παλαιαὶ παρθένοι τ’ ἔτ’ ἄζυγεσ. (Euripides, episode, trochees 4:2)
- καὶ γὰρ ἂν εἰή πάνδεινον ὑπὸ δυοῖν μὲν ἐκείνοιν ἡττηθῆναι τοσούτουσ τῶν Σκυθῶν ὁπόσουσ οἳ τε μῦθοι δηλοῦσι καὶ αἱ ὑμέτεραι παλαιαὶ γραφαί, ἃσ μικρῷ πρόσθεν εὖ μάλα ἐξετραγῴδησασ, Ἕλληνασ δὲ πάντασ, τοσαῦτα ἔθνη καὶ τοσαύτασ πόλεισ, ἐρήμην ὑπὸ σοῦ ἁλῶναι. (Lucian, Toxaris vel amicitia, (no name) 11:3)
- οὔτε γὰρ μεταφοραί τινεσ ἔνεισιν εὐγενεῖσ οὔτε ὑπαλλαγαὶ οὔτε καταχρήσεισ οὔτ’ ἄλλη τροπικὴ διάλεκτοσ οὐδεμία, οὐδὲ δὴ γλῶτται παλαιαί τινεσ οὐδὲ ξένα ἢ πεποιημένα ὀνόματα. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 331)
- ἀντὶ δὲ τῶν τριήρων αἳ τότε ἡμῖν ἦσαν παλαιαὶ καὶ ἄπλοι, αἷσ βασιλέα καὶ τοὺσ βαρβάρουσ καταναυμαχήσαντεσ ἠλευθερώσαμεν τοὺσ Ἕλληνασ, ἀντὶ τούτων τῶν νεῶν ἑκατὸν τριήρεισ ἐναυπηγησάμεθα, καὶ πρῶτον τότε τριακοσίουσ ἱππέασ κατεστησάμεθα καὶ τοξότασ τριακοσίουσ Σκύθασ ἐπριάμεθα. (Andocides, Speeches, 8:2)
- δ’ αἱ τῶν ἀκροατῶν ἐπιχύσεισ, ὥσ φησι Θεόφραστοσ ἐν τῷ περὶ μέθησ, οὐ παλαιαί6· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 301)
Synonyms
-
old
- γηραιός (aged, in old age)
- γηροκόμος (tending old age)
- δηναιός (old, aged, ancient)
- τηλίκος (of such an age, so old or so young, so young)
- αἰώνιος (For an age)
- γηροβοσκός (feeding or tending in old age)
- ὑπέργηρως (exceeding old, of extreme age, extreme old age)
- πρέσβυς (elderly, aged, old man)
- ὀψίγονος (late-born, born in one's old age)
- ἡλίκος (as old as)
- πρεσβυτικός (like an old man, elderly, of age)
-
ancient