ὀρέγω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ὀρέγω
ὀρέξω
ὤρεξα
ὤρεγμαι
ὠρέχθην
Structure:
ὀρέγ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- I reach, stretch, stretch out
- I reach out, hold out, hand, give
- (middle and passive), I stretch myself out, stretch forth my hand
- (with genitive) I reach at, reach out to; I aim at
- (with genitive) I yearn for
- (with accusative) I take
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἀλλ’ οὐδεὶσ φθόνοσ, ὦ παῖ, καὶ μάλιστα ὁπότε νέοσ τισ αὐτὸσ ὤν, ὀρεγόμενοσ τῶν ἀρίστων, οὐκ εἰδὼσ ὅθεν ἂν ταῦτα ἐκπορίσαιτο, ἱερόν τι χρῆμα τὴν συμβουλὴν οὖσαν, καθάπερ νῦν σύ, τοῦτο αἰτοίη προσελθών. (Lucian, Rhetorum praeceptor, (no name) 1:4)
- κακῶν οὖν ἱστορίασ ὁ πολυπράγμων ὀρεγόμενοσ, ἐπιχαιρεκακίασ συνέχεται πάθει, φθόνου καὶ βασκανίασ ἀδελφῷ. (Plutarch, De curiositate, section 6 3:4)
- κακῶν οὖν ἱστορίασ ὁ πολυπράγμων ὀρεγόμενοσ, ἐπιχαιρεκακίασ συνέχεται. (Plutarch, De curiositate, section 6 9:1)
- ὁ δὲ παντάπασι τὸν ἔρωτα τοῦτον ἀναφλέξασ αὐτῶν, καὶ πείσασ μὴ κατὰ μέροσ μηδὲ κατὰ μικρόν, ἀλλὰ μεγάλῳ στόλῳ πλεύσαντασ ἐπιχειρεῖν καὶ καταστρέφεσθαι τὴν νῆσον, Ἀλκιβιάδησ ἦν, τόν τε δῆμον μεγάλα πείσασ ἐλπίζειν, αὐτόσ τε μειζόνων ὀρεγόμενοσ. (Plutarch, , chapter 17 2:1)
- Φώκῳ δὲ τῷ υἱῷ βουλομένῳ ἀγωνίσασθαι Παναθηναίοισ ἀποβάτην ἐφῆκεν, οὐχὶ τῆσ νίκησ ὀρεγόμενοσ, ἀλλ’ ὅπωσ ἐπιμεληθεὶσ καὶ ἀσκήσασ τὸ σῶμα βελτίων ἔσοιτο καὶ γὰρ ἦν ἄλλωσ φιλοπότησ καὶ ἄτακτοσ ὁ νεανίσκοσ, νικήσαντοσ δὲ καὶ πολλῶν αἰτουμένων ἑστιᾶσαι τὰ νικητήρια, τοὺσ ἄλλουσ Φωκίων παραιτησάμενοσ ἑνὶ τὴν φιλοτιμίαν ταύτην συνεχώρησεν. (Plutarch, chapter 20 1:1)
Synonyms
-
I reach
-
I reach out
-
-
I reach at
-
I yearn for
-
I take
Derived
- ἐπορέγω (to hold out to, give yet more, to stretch oneself towards)
- προσορέγομαι (to stretch oneself towards, to be urgent with)