Ancient Greek-English Dictionary Language

κοινός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: κοινός κοινή κοινόν

Structure: κοιν (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from cu/n su/n, cf. cuno/s

Sense

  1. common
  2. public, general

Examples

  • οὐ κοινότατοσ μὲν ὁ τρόποσ τῆσ φιλανθρωπίασ αὐτοῦ πρὸσ ἅπαν τὸ ὑπήκοον καὶ τοὺσ ἐπὶ πάσησ προφάσεωσ ἐντυγχάνοντασ, ἡ δὲ τοῦ σχήματοσ αὐτοῦ πραότησ ὡσ φιλάνθρωποσ καὶ τῆσ διαλέκτου τὸ εὔκρατον καὶ τὸ μηδὲν δεῖν ἕνεκα τῆσ προσόδου πραγματεύεσθαι, ἀλλ’ ὑπάρχειν ὥσπερ εἴσω περιρραντηρίων παριέναι τοῖσ τι καὶ μικρὸν συνειδόσιν ἑαυτοῖσ ἀγαθὸν, πῶσ οὐ πάσησ ἐπέκεινα πραότητοσ καὶ φιλανθρωπίασ; (Aristides, Aelius, Orationes, 7:7)
  • ἐπειδὴ γὰρ κοινότατοσ ὁ ποιητὴσ, οὐ χεῖρον κἀκείνῳ πρόσ γε τὰ τοιαῦτα προσχρῆσθαι. (Aristides, Aelius, Orationes, 9:12)

Synonyms

  1. common

  2. public

Related

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION