σημαίνω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
σημαίνω
σημανῶ
ἐσήμηνα
σεσήμαγκα
σεσήμασμαι
ἐσημάνθην
Structure:
σημαίν
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- I show, point out, indicate
- I sign, signal
- Ι predict, portend
- (later prose) I appear
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- προεκάθητο δ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῷ τραχήλῳ τοῦ ἐλέφαντοσ Σατυρίσκοσ πεντάπηχυσ ἐστεφανωμένοσ πίτυοσ στεφάνῳ χρυσῷ, τῇ δεξιᾷ χειρὶ αἰγείῳ κέρατι χρυσῷ σημαίνων, ὁ δὲ ἐλέφασ σκευὴν εἶχε χρυσῆν καὶ περὶ τῷ τραχήλῳ κίσσινον χρυσοῦν στέφανον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 314)
- καὶ ὁ τῶν Ἀμφικτυόνων δὲ νόμοσ κελεύει ὕδωρ παρέχειν ἐλεοδύτασ, τοὺσ τραπεζοποιοὺσ καὶ τοὺσ τοιούτουσ διακόνουσ σημαίνων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 73 2:2)
- Ἄργοσ γοῦν πολιορκοῦντοσ Δημητρίου τοῦ Ἀντιγόνου καὶ οὐ δυναμένων τῶν στρατιωτῶν τὴν ἑλέπολιν προσαγαγεῖν τοῖσ τείχεσι διὰ τὸ βάροσ, ταῖσ δύο σάλπιγξι σημαίνων ὑπὸ τῆσ ἁδρότητοσ τοῦ ἤχου τοὺσ στρατιώτασ ἠνάγκασε προθυμηθέντασ προσαγαγεῖν τὴν μηχανήν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 7 3:1)
- "ἡ μὲν οὖν πίννη ὄστρεόν ἐστιν, ὁ δὲ πιννοτήρησ καρκίνοσ μικρόσ, καὶ ἡ πίννη διαστήσασα τὸ ὄστρακον ἡσυχάζει τηροῦσα τὰ ἐπεισιόντα ἰχθύδια, ὁ δὲ πιννοτήρησ παρεστὼσ ὅταν εἰσέλθῃ τι δάκνει αὐτὴν ὥσπερ σημαίνων, ἡ δὲ δηχθεῖσα συμμύει. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 38 1:4)
- ἦν οὖν παρὰ τὰσ τάξεισ τῶν λαφύρων παραφερομένων καὶ ἀναδεικνυμένων τοῖσ τε Ῥωμαίοισ χαρὰ μετ’ ἀλαλαγμοῦ καὶ τοῖσ Ἕλλησιν ἀθυμία καὶ κατάπληξισ, ἄχρι οὗ μαθὼν ὁ Πύρροσ τὸ γινόμενον παρήλαυνε γυμνῷ τῷ προσώπῳ τήν τε δεξιὰν ὀρέγων τοῖσ μαχομένοισ καὶ τῇ φωνῇ σημαίνων ἑαυτόν, τέλοσ δὲ τῶν θηρίων ἐκβιαζομένων μάλιστα τοὺσ Ῥωμαίουσ, καὶ τῶν ἵππων, πρὶν ἐγγὺσ γενέσθαι, δυσανασχετούντων καὶ παραφερόντων τοὺσ ἐπιβάτασ, ἐπαγαγὼν τὴν Θετταλικὴν ἵππον αὐτοῖσ ταρασσομένοισ ἐτρέψατο πολλῷ φόνῳ. (Plutarch, chapter 17 3:1)
Synonyms
-
I show
-
I sign
-
I appear
Derived
- ἀποσημαίνω (to give notice by signs, give notice, to give a sign)
- διασημαίνω (to mark out, point out clearly, to beckon)
- ἐκσημαίνω (to disclose, indicate)
- ἐναποσημαίνω (to indicate or point out in)
- ἐπισημαίνω (to set a mark upon, to have a mark set on one, to indicate)
- κατασημαίνω (to seal up, to have, sealed up)
- προσημαίνω (to presignify, foretell, announce)
- προσσημαίνω (to connote)
- συσσημαίνομαι (to join in singing)
- ὑποσημαίνω (to give secret signs of, to indicate or intimate, to make signal)