καταλείπω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
καταλείπω
καταλείψω
καταλέλοιπα
Structure:
κατα
(Prefix)
+
λείπ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: fut. mid. in pass. sense
Sense
- to leave behind
- to leave as an inheritance
- (in middle voice) to leave in a certain state
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- "τὰ μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν καθαγισμῶν καὶ αὐτοὶ ὁρᾶτε, οἶμαι, ὡσ τὸ μὲν νοστιμώτατον τῶν παρεσκευασμένων ὁ καπνὸσ παραλαβὼν ἄνω εἰσ τὸν οὐρανὸν οἴχεται μηδέν τι ἡμᾶσ ὀνῆσαν τοὺσ κάτω, τὸ δὲ καταλειπόμενον, ἡ κόνισ, ἀχρεῖον, ἐκτὸσ εἰ μὴ τὴν σποδὸν ἡμᾶσ σιτεῖσθαι πεπιστεύκατε. (Lucian, (no name) 16:21)
- ‐ ἐκτετήκασι τῷ πόθῳ τῆσ Ὁμήρου σοφίασ ἢ τῆσ Δημοσθένουσ δεινότητοσ ἢ τῆσ Πλάτωνοσ μεγαλοφροσύνησ, ὧν ἤν τισ ἐκ τῆσ ψυχῆσ ἀφέλῃ τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὰσ περὶ τούτων φροντίδασ, τὸ καταλειπόμενόν ἐστι τῦφοσ καὶ μαλακία καὶ ἡδυπάθεια καὶ ἀσέλγεια, καὶ ὕβρισ καὶ ἀπαιδευσία. (Lucian, De mercede, (no name) 25:6)
- καίτοι τάσ γε ἀπάτασ, ὦ Ἑρμῆ, τὰσ τοιαύτασ συμποτικὰσ οὔσασ οὐ χρή, οἶμαι, ἀπομνημονεύειν, ἀλλ’ εἰ καί τι ἡμάρτηται μεταξὺ εὐωχουμένων, παιδιὰν ἡγεῖσθαι καὶ αὐτοῦ ἐν τῷ συμποσίῳ καταλιπεῖν τὴν ὀργὴν ἐσ δὲ τὴν αὔριον ταμιεύεσθαι τὸ μῖσοσ καὶ μνησικακεῖν καὶ ἑώλόν τινα μῆνιν διαφυλάττειν, ἄπαγε, οὔτε θεοῖσ πρέπον οὔτε ἄλλωσ βασιλικὸν ἢν γοῦν ἀφέλῃ τισ τῶν συμποσίων τὰσ κομψείασ ταύτασ, ἀπάτην καὶ σκώμματα καὶ τὸ διασιλλαίνειν καὶ ἐπιγελᾶν, τὸ καταλειπόμενόν ἐστι μέθη καὶ κόροσ καὶ σιωπή, σκυθρωπὰ καὶ ἀτερπῆ πράγματα καὶ ἥκιστα συμποσίῳ πρέποντα. (Lucian, Prometheus, (no name) 8:1)
- "’ οὗτοι τοίνυν εἰσ συστήματα διαιρεθέντεσ καὶ διαφόρουσ λόγων λαβυρίνθουσ ἐπινοήσαντεσ οἱ μὲν Στωϊκοὺσ ὠνομάκασιν ἑαυτούσ, οἱ δὲ Ἀκαδημαϊκούσ, οἱ δὲ Ἐπικουρείουσ, οἱ δὲ Περιπατητικοὺσ καὶ ἄλλα πολλῷ γελοιότερα τούτων ἔπειτα δὲ ὄνομα σεμνὸν τὴν ἀρετὴν περιθέμενοι καὶ τὰσ ὀφρῦσ ἐπάραντεσ καὶ τὰ μέτωπα ῥυτιδώσαντεσ καὶ τοὺσ πώγωνασ ἐπισπασάμενοι περιέρχονται ἐπιπλάστῳ σχήματι κατάπτυστα ἤθη περιστέλλοντεσ, ἐμφερεῖσ μάλιστα τοῖσ τραγικοῖσ ἐκείνοισ ὑποκριταῖσ, ὧν ἢν ἀφέλῃ τισ τὰ προσωπεῖα καὶ τὴν χρυσόπαστον ἐκείνην στολήν, τὸ καταλειπόμενόν ἐστι γελοῖον ἀνθρώπιον ἑπτὰ δραχμῶν ἐσ τὸν ἀγῶνα μεμισθωμένον. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 29:3)
- περὶ δὲ τοῦ Ἕκτοροσ Ἑκάβη οἰομένη μενεῖν αὐτὸν τὸ καταλειπόμενον τῆσ ἡμέρασ παρακαλεῖ πιεῖν σπείσαντα, προτρεπομένη εἰσ θυμηδίαν ὁ δ’ ὑπερτίθεται πρὸσ πρᾶξιν ἐξιών. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 17 1:5)
Synonyms
-
to leave behind
-
to leave as an inheritance
Derived
- ἀπολείπω (to leave over or behind, to leave behind one, to leave hold of)
- διαλείπω (to leave an interval between, a gap had been left, having left an interval of)
- ἐγκαταλείπω (to leave behind, to leave in the lurch, to leave out)
- ἐκλείπω (I leave out, pass over, I forsake)
- ἐλλείπω (to leave in, leave behind, to leave out)
- ἐπιλείπω (to leave behind, to leave untouched, to fail)
- λείπω (I leave, I leave alone, release)
- παρακαταλείπω (to leave with)
- παραλείπω (I pass over, pass by, I leave out)
- περιλείπομαι (to be left remaining, remain over, survive)
- προαπολείπω (to fail before, in comparison of)
- προλείπω (to go forth and leave, to leave behind, forsake)
- προσκαταλείπω (to leave besides as a legacy, to lose besides)
- προσλείπω (to be lacking)
- συγκαταλείπω (to leave together, to leave a joint)
- ὑπολείπω (to leave remaining, to fail, to be left remaining)