Ancient Greek-English Dictionary Language

συγκαταλείπω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: συγκαταλείπω συγκαταλείψω

Structure: συγ (Prefix) + κατα (Prefix) + λείπ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to leave together, to leave a joint

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκαταλείπω συγκαταλείπεις συγκαταλείπει
Dual συγκαταλείπετον συγκαταλείπετον
Plural συγκαταλείπομεν συγκαταλείπετε συγκαταλείπουσιν*
SubjunctiveSingular συγκαταλείπω συγκαταλείπῃς συγκαταλείπῃ
Dual συγκαταλείπητον συγκαταλείπητον
Plural συγκαταλείπωμεν συγκαταλείπητε συγκαταλείπωσιν*
OptativeSingular συγκαταλείποιμι συγκαταλείποις συγκαταλείποι
Dual συγκαταλείποιτον συγκαταλειποίτην
Plural συγκαταλείποιμεν συγκαταλείποιτε συγκαταλείποιεν
ImperativeSingular συγκαταλείπε συγκαταλειπέτω
Dual συγκαταλείπετον συγκαταλειπέτων
Plural συγκαταλείπετε συγκαταλειπόντων, συγκαταλειπέτωσαν
Infinitive συγκαταλείπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκαταλειπων συγκαταλειποντος συγκαταλειπουσα συγκαταλειπουσης συγκαταλειπον συγκαταλειποντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκαταλείπομαι συγκαταλείπει, συγκαταλείπῃ συγκαταλείπεται
Dual συγκαταλείπεσθον συγκαταλείπεσθον
Plural συγκαταλειπόμεθα συγκαταλείπεσθε συγκαταλείπονται
SubjunctiveSingular συγκαταλείπωμαι συγκαταλείπῃ συγκαταλείπηται
Dual συγκαταλείπησθον συγκαταλείπησθον
Plural συγκαταλειπώμεθα συγκαταλείπησθε συγκαταλείπωνται
OptativeSingular συγκαταλειποίμην συγκαταλείποιο συγκαταλείποιτο
Dual συγκαταλείποισθον συγκαταλειποίσθην
Plural συγκαταλειποίμεθα συγκαταλείποισθε συγκαταλείποιντο
ImperativeSingular συγκαταλείπου συγκαταλειπέσθω
Dual συγκαταλείπεσθον συγκαταλειπέσθων
Plural συγκαταλείπεσθε συγκαταλειπέσθων, συγκαταλειπέσθωσαν
Infinitive συγκαταλείπεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκαταλειπομενος συγκαταλειπομενου συγκαταλειπομενη συγκαταλειπομενης συγκαταλειπομενον συγκαταλειπομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to leave together

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION