Ancient Greek-English Dictionary Language

διαλλάσσω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διαλλάσσω διαλλάξω διηλλάχθην διήλλαγμαι

Structure: δι (Prefix) + ἀλλάσς (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to change one with another, interchange, to make an exchange
  2. to exchange
  3. to give in exchange
  4. to take in exchange, to change, for, to pass through
  5. to change
  6. to change enmity for friendship, to reconcile, to make friends, to be reconciled, to be made friends
  7. to differ from, in, the difference
  8. to be different

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαλλάσσω διαλλάσσεις διαλλάσσει
Dual διαλλάσσετον διαλλάσσετον
Plural διαλλάσσομεν διαλλάσσετε διαλλάσσουσιν*
SubjunctiveSingular διαλλάσσω διαλλάσσῃς διαλλάσσῃ
Dual διαλλάσσητον διαλλάσσητον
Plural διαλλάσσωμεν διαλλάσσητε διαλλάσσωσιν*
OptativeSingular διαλλάσσοιμι διαλλάσσοις διαλλάσσοι
Dual διαλλάσσοιτον διαλλασσοίτην
Plural διαλλάσσοιμεν διαλλάσσοιτε διαλλάσσοιεν
ImperativeSingular διάλλασσε διαλλασσέτω
Dual διαλλάσσετον διαλλασσέτων
Plural διαλλάσσετε διαλλασσόντων, διαλλασσέτωσαν
Infinitive διαλλάσσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διαλλασσων διαλλασσοντος διαλλασσουσα διαλλασσουσης διαλλασσον διαλλασσοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαλλάσσομαι διαλλάσσει, διαλλάσσῃ διαλλάσσεται
Dual διαλλάσσεσθον διαλλάσσεσθον
Plural διαλλασσόμεθα διαλλάσσεσθε διαλλάσσονται
SubjunctiveSingular διαλλάσσωμαι διαλλάσσῃ διαλλάσσηται
Dual διαλλάσσησθον διαλλάσσησθον
Plural διαλλασσώμεθα διαλλάσσησθε διαλλάσσωνται
OptativeSingular διαλλασσοίμην διαλλάσσοιο διαλλάσσοιτο
Dual διαλλάσσοισθον διαλλασσοίσθην
Plural διαλλασσοίμεθα διαλλάσσοισθε διαλλάσσοιντο
ImperativeSingular διαλλάσσου διαλλασσέσθω
Dual διαλλάσσεσθον διαλλασσέσθων
Plural διαλλάσσεσθε διαλλασσέσθων, διαλλασσέσθωσαν
Infinitive διαλλάσσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διαλλασσομενος διαλλασσομενου διαλλασσομενη διαλλασσομενης διαλλασσομενον διαλλασσομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to change one with another

  2. to exchange

  3. to give in exchange

  4. to take in exchange

  5. to change

  6. to change enmity for friendship

  7. to differ from

  8. to be different

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION