Ancient Greek-English Dictionary Language

βαρύς

First/Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: βαρύς βαρεῖα βαρύ

Structure: βαρυ (Stem) + ς (Ending)

Etym.: poet. gen. pl. fem. barew=n for bareiw=n

Sense

  1. heavy, burdensome, oppressive
  2. weighty
  3. deep, hollow, loud (voice)
  4. grievous, troublesome, painful
  5. unwholesome
  6. hard, cruel
  7. strong, mighty

Examples

  • ταῖσ δὲ πολυσυλλάβοισ, ἡλίκαι ποτ’ ἂν ὦσιν, ἡ τὸν ὀξὺν τόνον ἔχουσα μία ἐν πολλαῖσ ταῖσ ἄλλαισ βαρείαισ ἔνεστιν. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1129)
  • συμπεσόντεσ δὲ μεγάλαισ ἐχρῶντο καὶ βαρείαισ μαχαίραισ. (Plutarch, Caius Marius, chapter 25 7:3)
  • ἀθρόαισ γὰρ ἐμάχοντο ταῖσ ναυσὶ καὶ βαρείαισ πρὸσ κούφασ ἀλλαχόθεν ἄλλασ ἐπιφερομένασ, καὶ βαλλόμενοι λίθοισ ὁμοίαν ἔχουσι τὴν πληγὴν πανταχόθεν ἀντέβαλλον ἀκοντίοισ καὶ τοξεύμασιν, ὧν ὁ σάλοσ τὴν εὐθυβολίαν διέστρεφεν, ὥστε μὴ πάντα κατ’ αἰχμὴν προσφέρεσθαι. (Plutarch, , chapter 25 2:1)
  • τὰ γὰρ περισσὰ κἀνόνητα σώματα πίπτειν βαρείαισ πρὸσ θεῶν δυσπραξίαισ ἔφασχ’ ὁ μάντισ, ὅστισ ἀνθρώπου φύσιν βλαστὼν ἔπειτα μὴ κατ’ ἄνθρωπον φρονῇ. (Sophocles, Ajax, episode 1:4)
  • τὸν δὲ μὴ πειθάνορα ζεύξω βαρείαισ οὔτι μοι σειραφόρον κριθῶντα πῶλον· (Aeschylus, Agamemnon, episode 2:15)

Synonyms

  1. heavy

  2. weighty

  3. deep

  4. grievous

  5. hard

  6. strong

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION