Ancient Greek-English Dictionary Language

προκόπτω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προκόπτω προκόψω

Structure: προ (Prefix) + κόπτ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to cut away in front, to forward, to be forwarded, to advance, prosper
  2. having made, ready, good would you get?, they were making, progress
  3. having made improvements, since we promote the increase of, having advanced, in
  4. is far spent, to advance

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκόπτω προκόπτεις προκόπτει
Dual προκόπτετον προκόπτετον
Plural προκόπτομεν προκόπτετε προκόπτουσιν*
SubjunctiveSingular προκόπτω προκόπτῃς προκόπτῃ
Dual προκόπτητον προκόπτητον
Plural προκόπτωμεν προκόπτητε προκόπτωσιν*
OptativeSingular προκόπτοιμι προκόπτοις προκόπτοι
Dual προκόπτοιτον προκοπτοίτην
Plural προκόπτοιμεν προκόπτοιτε προκόπτοιεν
ImperativeSingular προκόπτε προκοπτέτω
Dual προκόπτετον προκοπτέτων
Plural προκόπτετε προκοπτόντων, προκοπτέτωσαν
Infinitive προκόπτειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προκοπτων προκοπτοντος προκοπτουσα προκοπτουσης προκοπτον προκοπτοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προκόπτομαι προκόπτει, προκόπτῃ προκόπτεται
Dual προκόπτεσθον προκόπτεσθον
Plural προκοπτόμεθα προκόπτεσθε προκόπτονται
SubjunctiveSingular προκόπτωμαι προκόπτῃ προκόπτηται
Dual προκόπτησθον προκόπτησθον
Plural προκοπτώμεθα προκόπτησθε προκόπτωνται
OptativeSingular προκοπτοίμην προκόπτοιο προκόπτοιτο
Dual προκόπτοισθον προκοπτοίσθην
Plural προκοπτοίμεθα προκόπτοισθε προκόπτοιντο
ImperativeSingular προκόπτου προκοπτέσθω
Dual προκόπτεσθον προκοπτέσθων
Plural προκόπτεσθε προκοπτέσθων, προκοπτέσθωσαν
Infinitive προκόπτεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προκοπτομενος προκοπτομενου προκοπτομενη προκοπτομενης προκοπτομενον προκοπτομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to cut away in front

  2. having made improvements

  3. is far spent

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION