Ancient Greek-English Dictionary Language

πειθαρχικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πειθαρχικός πειθαρχική πειθαρχικόν

Structure: πειθαρχικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. obeying readily

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ὁ δὲ Πλάτων οὐδὲν ἔργον ὁρῶν ἄρχοντοσ ἀγαθοῦ καὶ στρατηγοῦ στρατιᾶσ μὴ σωφρονούσησ μηδὲ ὁμοπαθούσησ, ἀλλὰ τὴν πειθαρχικὴν ἀρετὴν ὁμοίωσ τῇ βασιλικῇ νομίζων φύσεωσ γενναίασ καὶ τροφῆσ φιλοσόφου δεῖσθαι, μάλιστα τῷ πρᾴῳ καὶ φιλανθρώπῳ τὸ θυμοειδὲσ καὶ δραστήριον ἐμμελῶσ ἀνακεραννυμένησ, ἄλλα τε πάθη πολλὰ καὶ τὰ Ῥωμαίοισ συμπεσόντα μετὰ τὴν Νέρωνοσ τελευτὴν ἔχει μαρτύρια καὶ παραδείγματα τοῦ μηδὲν εἶναι φοβερώτερον ἀπαιδεύτοισ χρωμένησ καὶ ἀλόγοισ ὁρμαῖσ ἐν ἡγεμονίᾳ στρατιωτικῆσ δυνάμεωσ. (Plutarch, Galba, chapter 1 3:1)
  • "ἀλλὰ διὰ τοὺσ πολίτασ πειθαρχικοὺσ ὄντασ. (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 41)
  • "ἀλλὰ διὰ τοὺσ πολίτασ πειθαρχικοὺσ ὄντασ. (Plutarch, Apophthegmata Laconica, , section 4 1:1)
  • "διὰ τοὺσ πολίτασ πειθαρχικοὺσ ὄντασ· (Plutarch, Lycurgus, chapter 30 3:1)
  • "τοὺσ πολλοὺσ πειθαρχικοὺσ ὄντασ" γίγνεται μὲν οὖν δι’ ἀλλήλων ἀμφότερα ταῦτα. (Plutarch, Praecepta gerendae reipublicae, chapter, section 20 13:1)
  • οἱο͂ν εἰ ἔστιν ὁ δίκαιοσ καθ’ ἕξιν τινὰ πειθαρχικὸσ τοῖσ νόμοισ, οὐ πάντωσ ὁ ἄδικοσ ἔσται τοῦ ὅλου στερούμενοσ λόγου, περὶ δὲ τὸ πείθεσθαι τοῖσ νόμοισ ἐκλείπων πῃ, καὶ ταύτῃ ἡ στέρησισ ὑπάρξει αὐτῷ· (Aristotle, Metaphysics, Book 11 43:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION