ἰσχυρός
First/Second declension Adjective;
Transliteration:
Principal Part:
ἰσχυρός
ἰσχυρά̄
ἰσχυρόν
Structure:
ἰσχυρ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Sense
- strong, mighty
- mighty, powerful
- forcible, obstinate, stiff, stubborn, inveterate, excessive
Declension
First/Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ μετὰ κλαυθμοῦ καὶ στεναγμοῦ καὶ βοῆσ ἰσχυρᾶσ καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. (Septuagint, Liber Iudith 14:16)
- οὗτοσ οἰκήσει ἐν ὑψηλῷ σπηλαίῳ πέτρασ ἰσχυρᾶσ. ἄρτοσ αὐτῷ δοθήσεται, καὶ τὸ ὕδωρ αὐτοῦ πιστόν. (Septuagint, Liber Isaiae 33:16)
- καὶ ὁ Ἄδραστοσ ἐπὶ τὸν σῦν ἀφεὶσ τὴν λόγχην ἐκείνου μὲν ἁμαρτήσεται, φονεύσει δὲ τὸν Κροίσου παῖδα, ὡσ ἂν ἀπ’ ἰσχυρᾶσ ἐμβολῆσ τῶν Μοιρῶν φερομένου τοῦ ἀκοντίου ἐπὶ τὸν νεανίσκον. (Lucian, Juppiter confuatus, (no name) 12:6)
- ὑπὸ γὰρ τῷ αὐτῷ φυσήματι τὸ μὲν πῦρ ἀνακαύσειασ ἂν καὶ μεῖζον ἐν βραχεῖ ποιήσειασ παραθήγων τῷ πνεύματι, καὶ τὸ τοῦ λύχνου φῶσ ἀποσβέσειασ οὐκ ἔχον ἀποχρῶσαν τῆσ ὕλησ τὴν χορηγίαν, ὡσ διαρκῆ εἶναι πρὸσ τὸ ἀντιπνέον οὐ γὰρ ἀπ’ ἰσχυρᾶσ, οἶμαι, τῆσ ῥίζησ ἀνεφύετο. (Lucian, Anacharsis, (no name) 35:7)
- ἢν δέ ποτε καὶ ἐφίκηται, ἄκρον μὲν ἐπιλίγδην ἅπτεται, βαθεῖαν δὲ οὐκ ἐργάζεται πληγὴν οὐ γὰρ ἀπ’ ἰσχυρᾶσ ἐμβολῆσ ἀπεστέλλετο. (Lucian, Nigrinus, Nigrinou Fiaosofia 36:5)
- υἱέ, παῤ ἐμοῦ ἔχεισ ρήσεισ ἰσχυρὰσ εἰσ τὴν ζωήν σου καὶ εἰσ τὴν ζωὴν σῶν θεραπόντων. (Septuagint, Liber Proverbiorum 27:29)
- ἀλλὰ καὶ μάγου τινὸσ εἶναι λέγοντοσ καὶ ἐπῳδὰσ ἔχειν ἰσχυράσ, ὡσ ὑπ’ αὐτῶν ἅπαντασ ἀναπεισθῆναι παρέχειν αὐτῷ ὁπόσα βούλεται, Μὴ θαύμαζε, ἔφη· (Lucian, (no name) 23:1)
- ναυσίποροι δέ εἰσιν ὅ τε Ἄκαμψισ καὶ ὁ Ἶσισ, καὶ αὔρασ τὰσ ἑωθινὰσ ἰσχυρὰσ ἐκπέμπουσιν. (Arrian, Periplus Ponti Euxini, chapter 7 8:2)
Synonyms
-
strong
- ἀλκαῖος (strong, mighty)
- βαρύς (strong, mighty)
- δυνατός (strong, mighty)
- σθεναρός (strong, mighty)
- ῥωμαλέος (mighty, strong)
- κρατύς (strong, mighty)
- ὑπερμενής (exceeding mighty, exceeding strong)
- κρατερός (strong, stout, mighty)
- κρατερός (strong, mighty, cruel)
- κραταιός (strong, mighty, resistless)
- ὄβριμος (strong, mighty, mightily)
- ζαμενής (very strong, mighty, raging)
- καρτερόθυμος (stout-hearted, strong, mighty)
- καρτερός (strong)
- ἐπαλκής (strong)
- κρατερός (strong, vehement, mighty)
-
mighty