Ancient Greek-English Dictionary

χωριστός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: χωριστός χωριστή χωριστόν

Structure: χωριστ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: xwri/zw의 분사형

Sense

  1. separated, separable
  2. separate or separable

Examples

  • χωριστὴν εἶναι τῶν μετεχόντων, ὥσπερ καὶ τὰσ ἄλλασ ἰδέασ. (Aristotle, Eudemian Ethics, Book 1 88:1)
  • τὸ αὐτὸ γὰρ τὸ πρακτὸν καὶ προαιρετόν, ὥστε εἰ πᾶσα διάνοια ἢ πρακτικὴ ἢ ποιητικὴ ἢ θεωρητική, ἡ φυσικὴ θεωρητική τισ ἂν εἰή, ἀλλὰ θεωρητικὴ περὶ τοιοῦτον ὂν ὅ ἐστι δυνατὸν κινεῖσθαι, καὶ περὶ οὐσίαν τὴν κατὰ τὸν λόγον ὡσ ἐπὶ τὸ πολὺ ὡσ οὐ χωριστὴν μόνον. (Aristotle, Metaphysics, Book 6 8:1)
  • καὶ γὰρ ὅλωσ ἀπορίαν ἔχει πότερον δεῖ τινὰ ὑπολαβεῖν οὐσίαν εἶναι χωριστὴν παρὰ τὰσ αἰσθητὰσ οὐσίασ καὶ τὰσ δεῦρο, ἢ οὔ, ἀλλὰ ταῦτ’ εἶναι τὰ ὄντα καὶ περὶ ταῦτα τὴν σοφίαν ὑπάρχειν. (Aristotle, Metaphysics, Book 11 20:3)
  • ἄλλη δὲ ἀκίνητοσ, καὶ ταύτην φασί τινεσ εἶναι χωριστήν, οἱ μὲν εἰσ δύο διαιροῦντεσ, οἱ δὲ εἰσ μίαν φύσιν τιθέντεσ τὰ εἴδη καὶ τὰ μαθηματικά, οἱ δὲ τὰ μαθηματικὰ μόνον τούτων. (Aristotle, Metaphysics, Book 12 6:2)
  • καίτοι δεῖ γέ τινα εἶναι ὕλην ἑκάστῳ γένει, πλὴν χωριστὴν ἀδύνατον τῶν οὐσιῶν· (Aristotle, Metaphysics, Book 14 55:1)

Synonyms

  1. separated

  2. separate or separable

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION