τηρέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
τηρέω
Structure:
τηρέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to watch over, take care of, guard
- to take care that
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- Νικηθέντοσ οὖν, ὡσ ἔφαμεν, τοῦ Κεστίου, τῶν Ιἑροσολυμιτῶν οἱ πρῶτοι θεασάμενοι τοὺσ μὲν λῃστὰσ ἅμα τοῖσ νεωτερισταῖσ εὐπορουμένουσ ὅπλων, δείσαντεσ δ’ αὐτοὶ μὴ ἄνοπλοι καθεστηκότεσ ὑποχείριοι γένωνται τοῖσ ἐχθροῖσ, ὃ καὶ μετὰ ταῦτα συνέβη, καὶ πυθόμενοι τὴν Γαλιλαίαν οὔπω πᾶσαν Ῥωμαίων ἀφεστάναι, μέροσ δ’ αὐτῆσ ἠρεμεῖν ἔτι, πέμπουσιν ἐμὲ καὶ δύο ἄλλουσ τῶν ἱερέων καλοὺσ κἀγαθοὺσ ἄνδρασ, Ιὤζαρον καὶ Ιοὔδαν, πείσοντασ τοὺσ πονηροὺσ καταθέσθαι τὰ ὅπλα καὶ διδάξοντασ, ὡσ ἔστιν ἄμεινον τοῖσ κρατίστοισ τοῦ ἔθνουσ αὐτὰ τηρεῖσθαι. (Flavius Josephus, 35:1)
- ἐπεὶ δ’ οὖν ἡ γνώμη περιῆλθεν εἰσ αὐτόν, ἀναστὰσ ἀπεφήνατο μὴ θανατοῦν τοὺσ ἄνδρασ, ἀλλὰ τὰσ οὐσίασ εἶναι δημοσίασ, αὐτοὺσ δ’ ἀπαχθέντασ εἰσ πόλεισ τῆσ Ἰταλίασ ἃσ ἂν δοκῇ Κικέρωνι, τηρεῖσθαι δεδεμένουσ ἄχρι ἂν οὗ καταπολεμηθῇ Κατιλίνασ. (Plutarch, Cicero, chapter 21 1:1)
- "καὶ μὴ μόνον ἓν εἶναι πρῶτον, ἑτέρου δ’ ἐν ἑτέρῳ συστήματι κίνησιν ἀρχηγὸν καὶ προληπτικὴν ἐσ γένεσιν ἔχοντοσ πᾶσι τηρεῖσθαι τὴν ὁμωνυμίαν. (Plutarch, De defectu oraculorum, section 3216)
- οἱ δὲ τηρεῖσθαι μὲν ἐν ὑδρίᾳ τὴν ἀσπίδα καθεἱργμένην φάσκουσιν, ἠλακάτῃ δέ τινι χρυσῇ τῆσ Κλεοπάτρασ ἐκκαλουμένησ αὐτὴν καὶ διαγριαινούσησ ὁρμήσασαν ἐμφῦναι τῷ βραχίονι. (Plutarch, Antony, chapter 86 2:1)
- οὐ μὴν ἀλλὰ τοὺσ Κορινθίουσ ἐλευθερώσασ παρεισήγαγε φυλακὴν εἰσ τὸν Ἀκροκόρινθον, βουλομένων τῶν πολιτῶν διὰ τοῦ βασιλέωσ τηρεῖσθαι τὴν πόλιν μέχρι ἂν ὁ πρὸσ Κάσανδρον καταλυθῇ πόλεμοσ. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, Books XVIII-XX, book 20, chapter 103 3:2)
Synonyms
-
to watch over
-
to take care that
- παρατηρέω (to take care)
- ἐντρέπω (to take care that)
- εἰσοράω (to take care)
- ἐπιτηδεύω (to take care, use)
- ἀντιθεραπεύω (to take care of in return)
- προκήδομαι (to take care of, take thought for)
- ἱματιοφυλακέω (to take care of clothes)
- παιδοκομέω (to take care of a child)
- προστατεύω (to provide or take care that . .)
- προνοέω (to provide, to take care to do)
- ἀκηδέω (to take no care for, no heed of)
- μεγαίρω (I care)
- μέλω (to care for)
- ὀπίζομαι (to care for)
- ἀλέγω (to care for)
- μελεδαίνω (cares)
- ἀμφιπολεύω (to be busied about, take care of, to take care of)
- φυλάσσω ( I take heed, take care, am on guard)
- κομέω (to take care of, attend to, tend)
- ὀρφανεύω (to take care of, rear orphans, to be an orphan)
- συναίνυμαι (to take up)
- ὀρέγω ( I take)
- ἀναιρέω (to take up)
- ἀναιρέω (, to take up)
- ἐξαναιρέω (to take out of)
- ἀποδέχομαι (to take)
- ἀναλαμβάνω (to take up)
- ὑπολαμβάνω (I take up)
- προτιμάω (to care for, take heed of, reck of)
Derived
- διατηρέω (to watch closely, observe, to keep faithfully)
- ἐπιτηρέω (to look out for)
- παρατηρέω (to watch closely, observe narrowly, to watch one's opportunity)
- συντηρέω (to preserve together, to watch one's opportunity)