συγκρίνω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
συγκρίνω
συγκρινῶ
Structure:
συγ
(Prefix)
+
κρίν
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to compound
- to compare, to measure, estimate
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- εἰσαγέσθω δὲ πρῶτοσ Ἰσοκράτησ, καὶ τούτου λαμβανέσθω λέξισ ἐκ τοῦ περὶ τῆσ εἰρήνησ λόγου χαριέστατα δοκοῦσα ἔχειν, ἣν αὐτὸσ ἐν τῷ περὶ τῆσ ἀντιδόσεωσ λόγῳ προφέρεται μέγα ἐπ’ αὐτῇ φρονῶν, δι’ ἧσ συγκρίνει τὴν ἐπὶ τῶν προγόνων πολιτείαν τῇ τότε καθεστώσῃ καὶ τὰσ πράξεισ τὰσ παλαιὰσ ἀντιπαρατίθησι ταῖσ νέαισ, τὰσ μὲν ἀρχαίασ ἐπαινῶν τὰσ δ’ ἐν τῷ καθ’ ἑαυτὸν χρόνῳ μεμφόμενοσ, τῆσ τε μεταβολῆσ τῆσ ἐπὶ τὰ χείρω τοὺσ δημαγωγοὺσ ἀποφαίνων αἰτίουσ ὡσ οὐ τὰ κράτιστα εἰσηγουμένουσ ἀλλὰ τὰ πρὸσ ἡδονὴν τῷ πλήθει δημηγοροῦντασ. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 171)
- εἰσαγέσθω δὴ μετὰ τοῦτον ὁ Δημοσθένησ, καὶ λαμβανέσθω κἀκείνου λέξισ ἐκ μιᾶσ τῶν κατὰ Φιλίππου δημηγορίασ, δι’ ἧσ καὶ αὐτὸσ συγκρίνει τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἔργα τοῖσ ἐπὶ τῶν προγόνων καὶ τοὺσ νέουσ δημαγωγοὺσ τοῖσ παλαιοῖσ, οὐ καθ’ ἓν ἔργον ἕκαστον ἀρχαῖον ἔργῳ καινῷ παρατιθεὶσ οὐδὲ πάντα μικρολογῶν συγκρίσει, ἀλλὰ ὅλῃ τῇ θέσει ποιούμενοσ ὅλην τὴν ἀντίθεσιν διεξοδικὴν οὕτωσ· (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 211)
- Ἐμπεδοκλῆσ δ’ ἐκ μικροτέρων ὄγκων τὰ στοιχεῖα συγκρίνει, ἅπερ ἐστὶν ἐλάχιστα καὶ οἱονεὶ στοιχεῖα στοιχείων. (Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum, book 1, 3:1)
- πολλαχοῦ γοῦν αὐτῷ ἡ μὲν φιλία διακρίνει τὸ δὲ νεῖκοσ συγκρίνει. (Aristotle, Metaphysics, Book 1 90:1)
- Οὐ διακεκρίσθαι δ’ εἰσ τοὺσ οἰκείουσ τόπουσ ἕκαστον, ὅτι ἡ περιφορὰ σφίγγουσα καὶ πρὸσ τὸν μέσον συνάγουσα συγκρίνει τὰ μικρά, τὰ δὲ διακρίνει, τὰ μεγάλα. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, G, PLATWN 70:1)
Synonyms
-
to compound
-
to compare
Derived
- ἀνακρίνω (to examine closely, to question, interrogate)
- ἀποκρίνω (to separate, set apart, to distinguish)
- διακρίνω (to separate one from another, to part, to be parted)
- ἐγκρίνω (to reckon in or among, to admit as elected, to admit)
- ἐκκρίνω (to choose or pick out, to single out, to single out for disgrace)
- ἐκπροκρίνω (to choose out)
- ἐπιδιακρίνω (to decide as umpire)
- ἐπικρίνω (to decide, determine)
- καθυποκρίνομαι (to subdue by histrionic arts, to pretend to be)
- κατακρίνω (to give as a sentence against, to condemn)
- κρίνω (I separate, part, I order)
- παρακρίνω (to draw up in line opposite, drawn up along)
- προκρίνω (to choose before others, choose by preference, prefer)