προσλαμβάνω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
προσλαμβάνω
προσλήψομαι
προσέλαβον
형태분석:
προς
(접두사)
+
λαμβάν
(어간)
+
ω
(인칭어미)
뜻
- 쥐다, 잡다, 물다
- 돕다, 도와주다, 지원하다, 붙잡다, 위하다, 봉사하다
- to take or receive besides, get over and above
- to take to oneself, take as one's helper or partner
- to take hold of, to take hold of
- to take part in, be accessory to, he was partly the author of, to help, assist
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- οὐ πρὸσ ἀργυρίου μόνον αὔξησιν εἴρηται καλῶσ, ἀλλ’ εἰσ ἅπαντα ποιεῖ, μάλιστα δ’ εἰσ ἀρετῆσ ἐπίδοσιν, πολὺ καὶ τελεσιουργὸν ἔθοσ τοῦ λόγου προσλαμβάνοντοσ· (Plutarch, Quomodo quis suos in virtute sentiat profectus, chapter, section 3 6:1)
(플루타르코스, Quomodo quis suos in virtute sentiat profectus, chapter, section 3 6:1)
- μετὰ ταῦθ’ ἡ τύχη, καλῶσ ποιοῦσα, πολλὰ πεποίηκε τὰ κοινά, καὶ τετρακόσι’ ἀντὶ τῶν ἑκατὸν ταλάντων προσέρχεται, οὐδενὸσ οὐδὲν ζημιουμένου τῶν τὰσ οὐσίασ ἐχόντων, ἀλλὰ καὶ προσλαμβάνοντοσ· (Demosthenes, Speeches, 45:1)
(데모스테네스, Speeches, 45:1)
- πλεῖστον δ’ ἥ τε Κόρδυβα ηὔξηται, Μαρκέλλου κτίσμα, καὶ δόξῃ καὶ δυνάμει καὶ ἡ τῶν Γαδιτανῶν πόλισ, ἡ μὲν διὰ τὰσ ναυτιλίασ καὶ διὰ τὸ προσθέσθαι Ῥωμαίοισ κατὰ συμμαχίασ, ἡ δὲ χώρασ ἀρετῇ καὶ μεγέθει, προσλαμβάνοντοσ καὶ τοῦ ποταμοῦ Βαίτιοσ μέγα μέροσ· (Strabo, Geography, book 3, chapter 2 2:8)
(스트라본, 지리학, book 3, chapter 2 2:8)
- προσεπιφημισθῆναι δὲ καὶ τὸ "Αἴγυπτόνδ’ ἰέναι δολιχὴν ὁδὸν ἀργαλέην τε," προσλαμβάνοντοσ πρὸσ τοῦτο πάμπολυ καὶ τοῦ ἀλιμένου καὶ τοῦ μηδὲ τὸν ὄντα λιμένα ἀνεῖσθαι τὸν πρὸσ τῇ Φάρῳ, φρουρεῖσθαι δ’ ὑπὸ βουκόλων λῃστῶν ἐπιτιθεμένων τοῖσ προσορμιζομένοισ, Καρχηδονίουσ δὲ καταποντοῦν εἴ τισ τῶν ξένων εἰσ Σαρδὼ παραπλεύσειεν ἢ ἐπὶ στήλασ· (Strabo, Geography, book 17, chapter 1 37:7)
(스트라본, 지리학, book 17, chapter 1 37:7)
유의어
-
to take or receive besides
-
쥐다
- αἴνυμαι (잡다, 쥐다, 빼앗다)
- προσλάζυμαι (to take hold of besides)
- θιγγάνω (쥐다, 안다, 잡다)
- ἀντιλάζομαι (쥐다, 잡다, 물다)
- προσαντιλαμβάνομαι (~주변을 타고 돌다, 비례시키다, 비교하다)
- ἀνατείνω (지지하다, 지탱하다)
- προτίθημι (내밀다, 뻗다)
- προτείνω (내밀다, 뻗다)
- σχέθω (가지다, 지내다)
- ἕλκω (지지하다, 지탱하다)
- ἀντέχω (내밀다, 뻗다)
- συναίνυμαι (취하다, 잡다)
- ὀρέγω (잡다, 빼앗다)
- ἐξαναιρέω (제외하다, 빼다)
- ἀποδέχομαι (잡다, 빼앗다)
- ἀναλαμβάνω (취하다, 잡다)
- ἀναιρέω (취하다, 잡다)
- ἀναιρέω (취하다, 잡다)
- ὑπολαμβάνω (취하다, 잡다)
- λαμβάνω (잡다, 쥐다)
- ἀντιλαμβάνω (녹이다, 매혹시키다, 유혹하다)
파생어
- ἀναλαμβάνω (취하다, 잡다, 가득 채우다)
- ἀπολαμβάνω (받아들이다, 받다, 승인하다)
- διαλαμβάνω (잡다, 체포하다, 장악하다)
- ἐκλαμβάνω (이해하다, 파악하다, 인식하다)
- ἐπαναλαμβάνω (반복하다, 되풀이하다, 중복되다)
- ἐπιλαμβάνω (받다, 얻다, 잡다)
- καταλαμβάνω (잡다, 쥐다, 가지다)
- λαμβάνω (잡다, 쥐다, 약탈하다)
- μεταλαμβάνω (~에 대한 권리를 주장하다, 장악하다, 가까이하다)
- παραλαμβάνω (떠맡다, 착수하다, 시작하다)
- περιλαμβάνω (안다, 품다, 포옹하다)
- προκαταλαμβάνω (사전에 취하다, 미리 장악하다, 선점하다)
- προλαμβάνω (제공하다, 공급하다, 갖추다)
- προσαναλαμβάνω (회복하다, 돌이키다)
- προυπολαμβάνω (to assume beforehand)
- συγκαταλαμβάνω (잡다, 장악하다, 포획하다)
- συλλαμβάνω (모으다, 거두다, 수집하다)
- συμπαραλαμβάνω (to take along with, take in as an adjunct)
- συμπεριλαμβάνω (이해하다, ~와 비교하다, 파악하다)
- συναπολαμβάνω (to receive in common or at once)
- ὑπολαμβάνω (취하다, 잡다, 지지하다)