πορεύω
Non-contract Verb;
Transliteration:
Principal Part:
πορεύω
πορεύσομαι
ἐπορευσάμην
πεπόρευμαι
Structure:
πορεύ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- (active) to cause to go, carry, convey
- (of things) to bring, carry, furnish, bestow, set in motion
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- καθὼσ ἂν πορεύωνται, ἐπιβαλῶ ἐπ̓ αὐτοὺσ τὸ δίκτυόν μου. καθὼσ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατάξω αὐτούσ, παιδεύσω αὐτοὺσ ἐν τῇ ἀκοῇ τῆσ θλίψεωσ αὐτῶν. (Septuagint, Prophetia Osee 7:12)
- ὅπωσ ἐν τοῖσ προστάγμασί μου πορεύωνται καὶ τὰ δικαιώματά μου φυλάσσωνται καὶ ποιῶσιν αὐτά. καὶ ἔσονταί μοι εἰσ λαὸν καὶ ἐγὼ ἔσομαι αὐτοῖσ εἰσ Θεόν. (Septuagint, Prophetia Ezechielis 11:20)
- ἐπειδὰν τάγμα τάγματι ἐπ̓ εὐθὺ ἕπηται, οἱο͂ν ἡγουμένησ τετραρχίασ αἱ λοιπαὶ τετραρχίαι ταύτῃ ἐπιτεταγμέναι πορεύωνται, ἢ αὖ ξεναγίασ ἡγουμένησ αἱ λοιπαὶ ξεναγίαι ἕπωνται, ἑνί τε λόγῳ, ἐπειδὰν τοῦ προηγουμένου τάγματοσ τοῖσ οὐραγοῖσ οἱ τοῦ ἐφεξῆσ τάγματοσ ἡγεμόνεσ συνάπτωσιν. (Arrian, chapter 28 4:1)
- παρὰ γὰρ τὸν βασιλέα φοιτῶσιν οἱ ἐντιμότατοι τῶν συνδείπνων ἐπὶ τὸ ἄριστον μόνον διὰ τὸ παρῃτῆσθαι, ἵνα μὴ δὶσ πορεύωνται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τοὺσ συνδείπνουσ ὑποδέχωνται. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 26 1:16)
- λέγοντα ὅτι Λιβύων τῶν Νομάδων τινὲσ οὐδὲν ἄλλο κέκτηνται ἢ κύλικα καὶ μάχαιραν καὶ ὑδρίαν, καὶ ὅτι οἰκίασ ἔχουσιν ἐξ ἀνθερίκου πεποιημένασ μικρὰσ ὅσον σκιᾶσ ἕνεκα, ἃσ καὶ περιφέρουσιν ὅπου ἂν πορεύωνται, πολλοῖσ δὲ καὶ ὁ ἐν Ἰλλυριοῖσ τόποσ διαβόητόσ ἐστιν ὁ καλούμενοσ Κύλικεσ, παρ’ ᾧ ἐστι τὸ Κάδμου καὶ Ἁρμονίασ μνημεῖον, ὡσ ἱστορεῖ Φύλαρχοσ ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ εἰκοστῇ τῶν Ἱστοριῶν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 6 2:1)
Synonyms
-
to cause to go
- ναυστολέω (to carry or convey by sea, to go by sea)
Derived
- ἀποπορεύομαι (to depart, go away)
- διαπορεύω (to carry over, set across, to pass across)
- εἰσπορεύω (to lead into, to go into, enter)
- ἐκπορεύω (to make to go out, to go out, go forth)
- ἐμπορεύομαι (to travel, to travel for traffic, to be a merchant)
- ἐπιπορεύομαι (to travel, march to, march over)
- μεταπορεύομαι (to go after, follow up, to pursue)
- παραπορεύομαι (to go beside or alongside, to go past, to pass)
- περιπορεύομαι (to travel or go about)
- προπορεύομαι (to go before or forward, to come forward, to be promoted)
- συμπορεύομαι (to go or journey together, with, to come together)
- ὑποπορεύομαι (to go beneath)