Ancient Greek-English Dictionary Language

πλάνος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πλάνος πλάνον

Structure: πλαν (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. leading astray, cheating, deceiving
  2. a wandering, roaming, straying
  3. the wanderings, wandering, in uncertain fits
  4. a deceiver, impostor

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • πατρισ ειυσ ξρεδιτυμ ϝιδερετυρ, δε ηοξ πλανε μυλτα μιρανδα διξυντυρ, θυαε αδ φορτιτυδινεμ περτινεαντ ιυϝεναλισ αετατισ, σεδ θυιδ αδ φατα αυτ θυαντυμ ιν βελλισ υνιυσ ϝαλετ φορτιτυδο̣ (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, macrianus iunior 2:1)
  • ιλλε πλανε ξυμ υχορε ζενοβια νον σολυμ οριεντεμ, θυεμ ιαμ ιν πριστινυμ ρεφορμαϝερατ στατυμ, σεδ ετ ομνεσ ομνινο τοτιυσ ορβισ παρτεσ ρεφορμασσετ, ϝιρ αξερ ιν βελλισ ετ, θυαντυμ πλεριθυε σξριπτορεσ λοθυυντυρ, ϝενατυ μεμοραβιλι σεμπερ ινξλιτυσ, θυι α πριμα αετατε ξαπιενδισ λεονιβυσ ετ παρδισ, υρσισ ξετερισθυε σιλϝεστριβυσ ανιμαλιβυσ συδορεμ οφφιξιι ϝιριλισ ιμπενδιτ θυιθυε σεμπερ ιν σιλϝισ αξ μοντιβυσ ϝιχιτ, περφερενσ ξαλορεμ, πλυϝιασ ετ ομνια μαλα θυαε ιν σε ξοντινεντ ϝενατοριαε ϝολυπτατεσ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, odaenathus 7:1)
  • ϝιρ πλανε μιλιταρισ ετ αντιθυαε ιν ξυρια διγνιτατισ, βισ ξονσυλ, βισ πραεφεξτυσ πραετοριι, τερ πραεφεξτυσ υρβι, θυαρτο προ ξονσυλε, τερτιο ξονσυλαρισ, λεγατυσ πραετοριυσ σεξυνδο, θυαρτο αεδιλιξιυσ, τερτιο θυαεστοριυσ, εχτρα ορδινεμ θυοθυε λεγατιονε περσιξα φυνξτυσ, ετιαμ σαρματιξα. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, censorinus 1:1)
  • συασ τιμιδιτασ, ξαλξανδα ϝιρτυτιβυσ, λιξετ πλανε αξ λιξεβιτ, υτ περ σαξρατισσιμυμ ξαεσαρεμ μαχιμιανυμ ξονστιτιτ, περσασ ϝινξερε ατθυε υλτρα εοσ προγρεδι, ετ φυτυρυμ ρεορ, σι α νοστρισ νον δεσερατυρ προμισσυσ νυμινυμ φαϝορ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, carus et carinus et numerianus, chapter 9 3:1)
  • θυοδ εγο μιρορ δε ηομινε μιλιταρι, θυαμϝισ πλυριμοσ πλανε σξιαμ μιλιταρεσ ϝελ γραεξε ϝελ λατινε ϝελ ξομιξορυμ υσυρπαρε διξτα ϝελ ταλιυμ ποεταρυμ, ιπσι δενιθυε ξομιξι πλερυμθυε σιξ μιλιτεσ ινδυξυντ υτ εοσ φαξιαντ ϝετερα διξτα υσυρπαρε. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, carus et carinus et numerianus, chapter 13 4:1)

Synonyms

  1. leading astray

  2. a wandering

Related

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION