Ancient Greek-English Dictionary Language

ἄτιμος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἄτιμος ἄτιμη ἄτιμον

Structure: ἀ (Prefix) + τιμ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: timh/ I

Sense

  1. unhonoured, dishonoured, less honourable, without the honour of . . , not deemed worthy of . ., unworthy
  2. deprived of privileges, deprived of, deprived of the right
  3. without price or value, without payment made
  4. unrevenged
  5. dishonourably, ignominiously

Examples

  • καὶ συμπεσεῖται ὁ λαόσ, ἄνθρωποσ πρὸσ ἄνθρωπον καὶ ἄνθρωποσ πρὸσ τὸν πλησίον αὐτοῦ. πρσκόψει τὸ παιδίον πρὸσ τὸν πρεσβύτην, ὁ ἄτιμοσ πρὸσ τὸν ἔντιμον. (Septuagint, Liber Isaiae 3:5)
  • καίτοι οὐδέπω ἐκεῖνο ἔφην ὅτι τῶν ἄλλων ἥδιστόν τε καὶ παλαιότατον οἶνον πινόντων μόνοσ σὺ πονηρόν τινα καὶ παχὺν πίνεισ, θεραπεύων ἀεὶ ἐν ἀργύρῳ ἢ χρυσῷ πίνειν, ὡσ μὴ ἐλεγχθείησ ἀπὸ τοῦ χρώματοσ οὕτωσ ἄτιμοσ ὢν συμπότησ. (Lucian, De mercede, (no name) 26:9)
  • ὣσ γὰρ ἐβούλευσεν Στὺξ ἄφθιτοσ Ὠκεανίνη ἤματι τῷ, ὅτε πάντασ Ὀλύμπιοσ ἀστεροπητὴσ ἀθανάτουσ ἐκάλεσσε θεοὺσ ἐσ μακρὸν Ὄλυμπον, εἶπε δ’, ὃσ ἂν μετὰ εἱο͂ θεῶν Τιτῆσι μάχοιτο, μή τιν’ ἀπορραίσειν γεράων, τιμὴν δὲ ἕκαστον ἑξέμεν, ἣν τὸ πάροσ γε μετ’ ἀθανάτοισι θεοῖσιν τὸν δ’ ἔφαθ’, ὅστισ ἄτιμοσ ὑπὸ Κρόνου ἠδ’ ἀγέραστοσ, τιμῆσ καὶ γεράων ἐπιβησέμεν, ἧ θέμισ ἐστίν. (Hesiod, Theogony, Book Th. 40:3)
  • ἆρ’ οὖν οὐκ ἄξιοσ, ὦ οὗτοσ, δωρεᾶσ, ἀλλὰ ἄτιμοσ ἐπὶ τηλικούτοισ γένωμαι ; (Lucian, Tyrannicida, (no name) 16:2)
  • νῦν δ’ ἐκ δόμων ἄτιμοσ ἐκβεβλήσομαι ὁ Κάδμοσ ὁ μέγασ, ὃσ τὸ Θηβαίων γένοσ ἔσπειρα κἀξήμησα κάλλιστον θέροσ. (Euripides, episode 4:32)

Synonyms

  1. dishonourably

Related

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION