Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑποκόρισμα

Third declension Noun; Neuter Transliteration:

Principal Part: ὑποκόρισμα ὑποκόρισματος

Structure: ὑποκορισματ (Stem)

Etym.: from u(pokori/zomai

Sense

  1. a coaxing or endearing name

Examples

  • καλοῦσι δ’ αὐτὸν πάντεσ οἱ νεώτεροι παράσιτον ὑποκόρισμα· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 18 2:3)
  • καὶ παρέσχεν ἑαυτὸν οὐκ ἄχαριν οὐδὲ ἐπαχθῆ τοῖσ ὑπηκόοισ, εἰδὼσ φυγῆσ ὑποκόρισμα καὶ παρακάλυμμα τὴν ἀρχὴν αὐτῷ δεδομένην. (Plutarch, Galba, chapter 20 1:2)
  • ἆρ’ οὐκ οἶσθ’ ὅτι τὸ καλούμενον ζῆν τοῦτο διατριβῆσ χάριν ὄνομ’ ἐστίν, ὑποκόρισμα τῆσ ἀνθρωπίνησ μοίρασ; (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 92)
  • ἐπεὶ γὰρ ἐν νῷ λαβὼν τὰ ὀφλήματα κουφίσαι καὶ τὴν σεισάχθειαν ̔ τοῦτο δ’ ἦν ὑποκόρισμα χρεῶν ἀποκοπῆσ̓ εἰσενεγκεῖν ἐκοινώσατο τοῖσ φίλοισ· (Plutarch, Praecepta gerendae reipublicae, chapter, section 13 12:2)
  • "ὑπακούειν τοῖσ ὄχλοισ μὴ Δημοσθένην καλούμενον, ἀλλὰ Βάταλον, ὅτι ταύτην ἐξ ὑποκορίσματοσ τίτθησ τὴν ἐπωνυμίαν ἔχω. (Aeschines, Speeches, , section 1262)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION