헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὑβριστής

1군 변화 명사; 남성 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ὑβριστής ὑβριστοῦ

형태분석: ὑβριστ (어간) + ης (어미)

어원: u(bri/zw

  1. a violent, overbearing person, a wanton, insolent man
  2. lustful, lewd
  3. wanton, restive, unruly

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἀφελοῦ τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ, παρῆλθε γὰρ ὑβριστήσ, ὅστισ τὰ ἀλλότρια λυμαίνεται. (Septuagint, Liber Proverbiorum 27:13)

    (70인역 성경, 잠언 27:13)

  • Ἠκούσαμεν τὴν ὕβριν Μωάβ, ὑβριστὴσ σφόδρα, τὴν ὑπερηφανίαν ἐξῇρασ. οὐχ οὕτωσ ἡ μαντεία σου, οὐχ οὕτωσ. (Septuagint, Liber Isaiae 16:6)

    (70인역 성경, 이사야서 16:6)

  • ὑβριστήσ ἐστιν, ὦ ἄνδρεσ. (Dionysius of Halicarnassus, De Dinarcho, chapter 11, chapter 12 2:8)

    (디오니시오스, De Dinarcho, chapter 11, chapter 12 2:8)

  • οὐκοῦν μηδὲ ἐκεῖνο ὑμᾶσ ἔρωμαι, σέ τε καὶ τὴν Πρόνοιαν καὶ τὴν Εἱμαρμένην, τί δήποτε Φωκίων μὲν ὁ χρηστὸσ ἐν τοσαύτῃ πενίᾳ καὶ σπάνει τῶν ἀναγκαίων ἀπέθανε καὶ Ἀριστείδησ πρὸ αὐτοῦ, Καλλίασ δὲ καὶ Ἀλκιβιάδησ, ἀκόλαστα μειράκια, ὑπερεπλούτουν καὶ Μειδίασ ὁ ὑβριστὴσ καὶ Χάροψ ὁ Αἰγινήτησ, κίναιδοσ ἄνθρωποσ, τὴν μητέρα λιμῷ ἀπεκτονώσ, καὶ πάλιν Σωκράτησ μὲν παρεδόθη τοῖσ ἕνδεκα, Μέλητοσ δὲ οὐ παρεδόθη, καὶ Σαρδανάπαλλοσ μὲν ἐβασίλευε θῆλυσ ὤν, Γώχησ δὲ ἀνὴρ ἐνάρετοσ ἀνεσκολοπίσθη πρὸσ αὐτοῦ, διότι μὴ ἠρέσκετο τοῖσ γιγνομένοισ· (Lucian, Juppiter confuatus, (no name) 16:6)

    (루키아노스, Juppiter confuatus, (no name) 16:6)

  • κούρην δ’ Αἰήταο διοτρεφέοσ βασιλῆοσ Αἰσονίδησ βουλῇσι θεῶν αἰειγενετάων ἦγε παρ’ Αἰήτεω, τελέσασ στονόεντασ ἀέθλουσ, τοὺσ πολλοὺσ ἐπέτελλε μέγασ βασιλεὺσ ὑπερήνωρ, ὑβριστὴσ Πελίησ καὶ ἀτάσθαλοσ, ὀβριμοεργόσ. (Hesiod, Theogony, Book Th. 108:1)

    (헤시오도스, 신들의 계보, Book Th. 108:1)

유의어

  1. lustful

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION