Ancient Greek-English Dictionary Language

συντυγχάνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συντυγχάνω συντεύξομαι συνέτυχον

Structure: συν (Prefix) + τυγχάν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to meet with, fall in with, meeting, the first that meets one, any one, what first comes to hand, anything common, mean, bad
  2. having like others met with
  3. to happen to, befall, to happen, fall out, if things go, it happened that . .

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συντυγχάνω συντυγχάνεις συντυγχάνει
Dual συντυγχάνετον συντυγχάνετον
Plural συντυγχάνομεν συντυγχάνετε συντυγχάνουσιν*
SubjunctiveSingular συντυγχάνω συντυγχάνῃς συντυγχάνῃ
Dual συντυγχάνητον συντυγχάνητον
Plural συντυγχάνωμεν συντυγχάνητε συντυγχάνωσιν*
OptativeSingular συντυγχάνοιμι συντυγχάνοις συντυγχάνοι
Dual συντυγχάνοιτον συντυγχανοίτην
Plural συντυγχάνοιμεν συντυγχάνοιτε συντυγχάνοιεν
ImperativeSingular συντύγχανε συντυγχανέτω
Dual συντυγχάνετον συντυγχανέτων
Plural συντυγχάνετε συντυγχανόντων, συντυγχανέτωσαν
Infinitive συντυγχάνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συντυγχανων συντυγχανοντος συντυγχανουσα συντυγχανουσης συντυγχανον συντυγχανοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συντυγχάνομαι συντυγχάνει, συντυγχάνῃ συντυγχάνεται
Dual συντυγχάνεσθον συντυγχάνεσθον
Plural συντυγχανόμεθα συντυγχάνεσθε συντυγχάνονται
SubjunctiveSingular συντυγχάνωμαι συντυγχάνῃ συντυγχάνηται
Dual συντυγχάνησθον συντυγχάνησθον
Plural συντυγχανώμεθα συντυγχάνησθε συντυγχάνωνται
OptativeSingular συντυγχανοίμην συντυγχάνοιο συντυγχάνοιτο
Dual συντυγχάνοισθον συντυγχανοίσθην
Plural συντυγχανοίμεθα συντυγχάνοισθε συντυγχάνοιντο
ImperativeSingular συντυγχάνου συντυγχανέσθω
Dual συντυγχάνεσθον συντυγχανέσθων
Plural συντυγχάνεσθε συντυγχανέσθων, συντυγχανέσθωσαν
Infinitive συντυγχάνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συντυγχανομενος συντυγχανομενου συντυγχανομενη συντυγχανομενης συντυγχανομενον συντυγχανομενου

Future tense

Imperfect tense

Aorist tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to happen to

Related

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION