Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑποπίπτω ὑποπεσοῦμαι ὑπέπεσον ὑποπέπτωκα

Structure: ὑπο (Prefix) + πίπτ (Stem) + ω (Ending)


  1. to fall under or down, to sink in
  2. to fall down before, to be subject, fall under, to cringe to
  3. to fall behind
  4. to get in under or among
  5. to happen, fall out
  6. to fall under
  7. to lie under or below


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποπίπτω ὑποπίπτεις ὑποπίπτει
Dual ὑποπίπτετον ὑποπίπτετον
Plural ὑποπίπτομεν ὑποπίπτετε ὑποπίπτουσιν*
SubjunctiveSingular ὑποπίπτω ὑποπίπτῃς ὑποπίπτῃ
Dual ὑποπίπτητον ὑποπίπτητον
Plural ὑποπίπτωμεν ὑποπίπτητε ὑποπίπτωσιν*
OptativeSingular ὑποπίπτοιμι ὑποπίπτοις ὑποπίπτοι
Dual ὑποπίπτοιτον ὑποπιπτοίτην
Plural ὑποπίπτοιμεν ὑποπίπτοιτε ὑποπίπτοιεν
ImperativeSingular ὑποπίπτε ὑποπιπτέτω
Dual ὑποπίπτετον ὑποπιπτέτων
Plural ὑποπίπτετε ὑποπιπτόντων, ὑποπιπτέτωσαν
Infinitive ὑποπίπτειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποπιπτων ὑποπιπτοντος ὑποπιπτουσα ὑποπιπτουσης ὑποπιπτον ὑποπιπτοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποπίπτομαι ὑποπίπτει, ὑποπίπτῃ ὑποπίπτεται
Dual ὑποπίπτεσθον ὑποπίπτεσθον
Plural ὑποπιπτόμεθα ὑποπίπτεσθε ὑποπίπτονται
SubjunctiveSingular ὑποπίπτωμαι ὑποπίπτῃ ὑποπίπτηται
Dual ὑποπίπτησθον ὑποπίπτησθον
Plural ὑποπιπτώμεθα ὑποπίπτησθε ὑποπίπτωνται
OptativeSingular ὑποπιπτοίμην ὑποπίπτοιο ὑποπίπτοιτο
Dual ὑποπίπτοισθον ὑποπιπτοίσθην
Plural ὑποπιπτοίμεθα ὑποπίπτοισθε ὑποπίπτοιντο
ImperativeSingular ὑποπίπτου ὑποπιπτέσθω
Dual ὑποπίπτεσθον ὑποπιπτέσθων
Plural ὑποπίπτεσθε ὑποπιπτέσθων, ὑποπιπτέσθωσαν
Infinitive ὑποπίπτεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποπιπτομενος ὑποπιπτομενου ὑποπιπτομενη ὑποπιπτομενης ὑποπιπτομενον ὑποπιπτομενου

Imperfect tense

Aorist tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  1. to fall under or down

  2. to fall behind

  3. to happen

  4. to fall under

  5. to lie under or below


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool