σείω
Non-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
σείω
σείσω
ἔσεισα
σέσεικα
σέσεισμαι
ἐσείσθην
Structure:
σεί
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- (transitive) I shake
- (of earthquakes)
- (figuratively) I disturb, agitate
- (Attic) I blackmail
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- Σκάμων δ’ ἐν πρώτῳ περὶ Εὑρημάτων σίκιννιν αὐτὴν εἰρῆσθαι ἀπὸ τοῦ σείεσθαι, καὶ πρῶτον ὀρχήσασθαι τὴν σίκιννιν Θέρσιππον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 28 1:4)
- τὴν δὲ δὴ γενέσεωσ τιθήνην ὑγραινομένην καὶ πυρουμένην καὶ τὰσ γῆσ τε καὶ ἀέροσ μορφὰσ δεχομένην, καὶ ὅσα ἄλλα τούτοισ πάθη συνέπεται πάσχουσαν, παντοδαπὴν μὲν ἰδεῖν φαίνεσθαι, διὰ δὲ τὸ μήθ’ ὁμοίων δυνάμεων μήτε ἰσορρόπων ἐμπίμπλασθαι κατ’ οὐδὲν αὐτῆσ ἰσορροπεῖν, ἀλλ’ ἀνωμάλωσ πάντῃ ταλαντουμένην σείεσθαι μὲν ὑπ’ ἐκείνων αὐτήν, κινουμένην δ’ αὖ πάλιν ἐκεῖνα σείειν· (Plato, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis, 223:2)
- κατασκήπτειν δὲ καὶ πρηστῆρασ ἐν αὐτῷ καὶ τυφῶνασ ἐγγίγνεσθαι καὶ πολλάκισ σείεσθαι κάτωθεν ὅλον. (Dio, Chrysostom, Orationes, 18:3)
- διὰ ταῦτα τὸ "ἰέναι" καὶ τὸ "ἱέσθαι" διὰ τοῦ ἰῶτα ἀπομιμεῖται, ὥσπερ γε διὰ τοῦ φεῖ καὶ τοῦ ψεῖ καὶ τοῦ σῖγμα καὶ τοῦ ζῆτα, ὅτι πνευματώδη τὰ γράμματα, πάντα τὰ τοιαῦτα μεμίμηται αὐτοῖσ ὀνομάζων, οἱο͂ν τὸ "ψυχρὸν" καὶ τὸ "ζέον" καὶ τὸ "σείεσθαι" καὶ ὅλωσ σεισμόν. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 262:3)
- νυνὶ μὲν οὖν ἀνεῳγμένων τῶν στομάτων, δι’ ὧν τὸ πῦρ ἀναφυσᾶται καὶ μύδροι καὶ ὕδατα ἐκπίπτει, σπάνιόν τι σείεσθαί φασι τὴν περὶ τὸν πορθμὸν γῆν, τότε δὲ πάντων ἐμπεφραγμένων τῶν εἰσ τὴν ἐπιφάνειαν πόρων, ὑπὸ γῆσ σμυχόμενον τὸ πῦρ καὶ τὸ πνεῦμα σεισμοὺσ ἀπειργάζετο σφοδρούσ, μοχλευόμενοι δ’ οἱ τόποι πρὸσ τὴν βίαν τῶν ἀνέμων ὑπεῖξάν ποτε καὶ ἀναρραγέντεσ ἐδέξαντο τὴν ἑκατέρωθεν θάλατταν καὶ ταύτην καὶ τὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων τῶν ταύτῃ νήσων. (Strabo, Geography, Book 6, chapter 1 12:15)
Synonyms
-
I shake
-
I disturb
Derived
- ἀνασείω (to shake back, swing to and fro, move up and down)
- ἀποσείω (to shake off, to shake off from oneself, to throw)
- διασείω (to shake violently, to wag, to keep wagging)
- ἐκσείω (to shake out of)
- ἐνσείω (to shake in or at, to drive, to drive into)
- ἐπανασείω (to lift up and shake.)
- ἐπισείω (to shake at or against, to hold, out as a threat)
- κατασείω (to shake down, throw down, to shake or make a motion)
- παρασείω (to shake at the side, to swing one's arms, demissis manibus fugere)
- προενσείω (to set at before)
- προσανασείω (to shake up or about besides: - , to be roused still further, were being promoted against)
- προσείω (to hold out and shake, to shake, threateningly)
- ὑποσείω (to shake below, they set, in motion below)